Κακές επιπτώσεις στην υγεία έχει η στέρηση του ύπνου, αλλά και η υποβαθμισμένη ποιότητά του. Όσοι δεν κοιμούνται επαρκώς είναι πολύ πιθανό να παρουσιάσουν διάφορες παθήσεις που μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο ακόμα και τη ζωή τους. Πρόσφατες δε μελέτες έχουν δείξει την ισχυρή σχέση που υπάρχει μεταξύ των διαταραχών του ύπνου και των νόσων του γαστρεντερικού συστήματος.

«Τα τελευταία χρόνια πολλοί ερευνητές έχουν στρέψει το ενδιαφέρον τους στις επιπτώσεις του διαταραγμένου και ανεπαρκή ύπνου στη συνολική υγεία, δεδομένου ότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν κοιμάται καλά. Έχουν ανακαλύψει ότι αποτέλεσμα της κακής ποιότητας και διάρκειας ύπνου είναι η μείωση της αντίληψης, της αντίδρασης και της παραγωγικότητας, η αύξηση του κινδύνου ατυχημάτων, αλλά και των λάθος χειρισμών κατά τη διάρκεια της εργασίας, που μπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες στην ασφάλεια των εργαζομένων. Οι συσσωρευτικές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της στέρησης του ύπνου έχουν συνδεθεί και με αυξημένο κίνδυνο μιας ευρείας σειράς παθήσεων και ιατρικών καταστάσεων (όπως π.χ. εγκεφαλικό επεισόδιο, καρδιακές παθήσεις, παχυσαρκία, υπέρταση) αλλά και αύξηση της θνησιμότητας. Τελευταία έχει βρεθεί επίσης ότι υπάρχει μια μοναδική αλληλεπίδραση μεταξύ ορισμένων γαστρεντερικών νόσων και ύπνου», σημειώνει ο  γενικός χειρουργός  Δρ. Αναστάσιος Ξιάρχος – Διευθυντής της χειρουργικής κλινικής του Ομίλου Ιατρικού Αθηνών – Ιατρικού Περιστερίου και Πρόεδρος της Επιστημονικής Εταιρείας Ορθοπρωκτικής Χειρουργικής. «Συγκεκριμένα, ο κακός ύπνος έχει αποδειχθεί ότι επιδεινώνει τα συμπτώματα των υφιστάμενων γαστρεντερικών παθήσεων. Η σχέση, ωστόσο, λειτουργεί και αντίστροφα, δηλαδή πολλές γαστρεντερικές παθήσεις επηρεάζουν τον κύκλο ύπνου-αφύπνισης και οδηγούν σε κακό ύπνο», μας εξηγεί.

Σε μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο PLoS One, ερευνητές από το  Πανεπιστήμιο Rush στο Σικάγο έδειξαν  ότι η διακοπή των κιρκαδιακών ρυθμών, που ρυθμίζουν τους κύκλους ύπνου-αφύπνισης, βλάπτει τα εσωτερικά τοιχώματα του εντέρου, όσο σοβαρά τα βλάπτει η κατάχρηση αλκοόλ! Αφορμή για τη μελέτη τους ήταν οι κλινικές παρατηρήσεις της ομάδας ότι αρκετοί ασθενείς με νόσο του Crohn, μια φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, υπέφεραν από εξάρσεις όταν εργάζονταν σε νυχτερινές βάρδιες. Αντίθετα, όταν ήταν σε σταθερή πρωινή βάρδια, ήταν σε θέση να διαχειριστούν καλύτερα την ασθένειά τους. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η αστάθεια του κιρκαδικού κύκλου μπορεί να αποτελέσει παράγοντα κινδύνου για εμφάνιση συνδρόμου διαρρέοντος εντέρου.

«Το επικίνδυνο με αυτό το σύνδρομο είναι ότι τα βακτήρια του εντέρου, οι τοξίνες και οι πρωτεΐνες μπορούν να εισβάλουν στα τοιχώματα του εντέρου, να διαρρεύσουν στην κυκλοφορία του αίματος και να οδηγήσουν σε άλλες σοβαρές παθήσεις», διευκρινίζει ο Δρ. Ξιάρχος. Κατά τη διάρκεια μελέτης τους παρατήρησαν ότι με τη διαταραχή του βιολογικού ρολογιού, φαίνεται να μεταφέρεται μια πρωτεΐνη, που ονομάζεται occludin, από τη μεμβράνη του κυττάρου του εντέρου στο εσωτερικό του. Αυτή η πρωτεΐνη σχηματίζει ενώσεις που συγκρατούν μαζί τα κύτταρα του φραγμού του εντέρου, υποδεικνύοντας έναν πιθανό στόχο για μελλοντικές θεραπείες.

Εκτός από τα τοιχώματα του εντέρου, η κακή ποιότητα ύπνου που οφείλεται στην αποφρακτική άπνοια ύπνου φαίνεται να σχετίζεται με τη γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση επηρεάζει το 58% έως το 62% των ασθενών με αποφρακτική άπνοια ύπνου. Ένας πιθανός λόγος που προτείνει μια μελέτη  (τα ευρήματα της οποίας μένει να επαληθευτούν) είναι ότι η άπνοια ύπνου προκαλεί αρνητική ενδοθωρακική πίεση, οδηγώντας σε διακοπτόμενη απόφραξη των αεραγωγών καθώς μειώνεται η ενδοθωρακική πίεση. Αυτό επιφέρει παροδική χαλάρωση του κάτω οισοφαγικού σφιγκτήρα μαζί με μείωση των μηχανισμών οισοφαγικής κάθαρσης, προδιαθέτοντας τους ασθενείς σε έντονα συμπτώματα γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης.

Άλλες μελέτες αναφέρουν ότι οι ασθενείς με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου και/ή λειτουργική δυσπεψία υποφέρουν από κακό ύπνο. Μελέτη έδειξε ότι το 57,2% των ασθενών αυτών νοιώθουν κοιλιακό άλγος ή/και δυσφορία, που γίνεται η αιτία να ξυπνούν τη νύχτα. Η έρευνα όχι μόνο υποστηρίζει ότι το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου προκαλεί αλλαγές στον ύπνο, αλλά αρκετές μελέτες έχουν δείξει και την αντίστροφη σχέση, δηλαδή ότι ο κακός ύπνος επηρεάζει τα υποκείμενα συμπτώματα του συνδρόμου ή προκαλεί λειτουργική δυσπεψία.

Όπως επισημαίνει ο Δρ. Ξιάρχος, η ίδια σχέση φαίνεται να υπάρχει και στους ασθενείς με φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου. Έχει καταδειχθεί από μελέτες ότι η σχέση είναι αμφίδρομη, δηλαδή ότι η νόσος του Crohn και η ελκώδης κολίτιδα προκαλούν διαταραχές του ύπνου, αλλά και ότι η κακή ποιότητα ύπνου επιδεινώνει τα συμπτώματα των συγκεκριμένων νόσων. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι πρόσφατα έχουν πραγματοποιηθεί έρευνες που υποστηρίζουν ότι οι αλλαγές στον ύπνο μπορούν να οδηγήσουν σε αύξηση του κινδύνου για καρκίνο του παχέος εντέρου. Οι ερευνητές ισχυρίζονται ότι τόσο η μειωμένη διάρκεια του ύπνου όσο και η αυξημένη διάρκειά του σχετίζονται με την ανάπτυξη του συγκεκριμένου καρκίνου. Έχουν υπάρξει κατά καιρούς πολλοί προτεινόμενοι μηχανισμοί για τον πιθανό αυξημένο κίνδυνο. Άλλες μελέτες ενοχοποιούν την απελευθέρωση φλεγμονωδών κυτοκινών στους ασθενείς που αλλάζουν τις συνήθειες του ύπνου και άλλες με την παχυσαρκία ως αποτέλεσμα της βραχύτερης αλλά και της μεγαλύτερης διάρκειας του ύπνου, η οποία αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για ανάπτυξη ορθοκολικού καρκίνου

«Αρκετοί άνθρωποι συνειδητά διαταράσσουν τον κύκλο ύπνου-αφύπνισης. Παραβλέπουν ότι ο ύπνος είναι μια θεμελιώδης βιολογική ανάγκη και ότι απλές αλλαγές στη διάρκεια ή/και την ποιότητά του μπορεί να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία του γαστρεντερικού συστήματος και όχι μόνο. Παρότι όλες αυτές οι νόσοι που προκαλούνται στην πεπτική οδό, με την εξέλιξη των χειρουργικών μεθόδων και της τεχνολογίας, αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά, ταχύτατα και με μεγάλη ασφάλεια, όλοι θα πρέπει να υιοθετούν ένα υγιεινό μοντέλο ύπνου για την αποφυγή τους. Οι περισσότερες μελέτες προτείνουν ότι οι καθημερινές ανάγκες ύπνου για ενήλικες είναι από 7 έως 9 ώρες κάθε νύχτα. Αυτές θα πρέπει απαρέγκλιτα να ακολουθούμε προκειμένου να μην θέτουμε τον εαυτό μας σε κίνδυνο», καταλήγει ο Δρ. Αναστάσιος Ξιάρχος.