Οι παραδοσιακοί παράγοντες κινδύνου όπως η παχυσαρκία, η υψηλή αρτηριακή πίεση και η καθιστική ζωή, ίσως δεν είναι οι μόνοι που προβλέπουν την ανάπτυξη διαβήτη τύπου 2.

Νέα έρευνα εστιάζει στον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει το άγχος στην ανάπτυξη της πάθησης στις γυναίκες.

Η μελέτη ανακάλυψε ότι η αύξηση του στρες μετά από τραυματικά γεγονότα και το χρόνιο στρες στο σπίτι ή την εργασία, συνδέεται με σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο διαβήτη τύπου 2 στις γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας.

«Το ψυχοκοινωνικό άγχος ως παράγοντας κινδύνου για τον διαβήτη πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν εξίσου σοβαρά με άλλους παράγοντες κινδύνου» είπε ο επικεφαλής ερευνητής από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, Jonathan Butler.

Ο διαβήτης αποτελεί μείζον πρόβλημα δημόσιας υγείας στις ΗΠΑ, καθώς αφορά περίπου 30,3 εκατομμύρια Αμερικανών. Από αυτούς, τα 12 εκατομμύρια είναι από 65 ετών και πάνω.

«Καθώς οι ηλικιωμένες γυναίκες αντιπροσωπεύουν όλο και μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού, πρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τους παράγοντες κινδύνου για τον διαβήτη σε αυτή την ηλικιακή ομάδα», δήλωσε ο Butler.

Ο διαβήτης είναι μια χρόνια πάθηση στην οποία ο οργανισμός δεν μπορεί να ρυθμίσει σωστά το σάκχαρο του αίματος. Τα υψηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα, μπορούν να οδηγήσουν σε μια σειρά προβλημάτων υγείας, συμπεριλαμβανομένων των καρδιακών παθήσεων, του εγκεφαλικού επεισοδίου και της νεφρικής νόσου.

Εκτός από το οικογενειακό ιστορικό και την ηλικία, η υψηλή χοληστερόλη, η υψηλή αρτηριακή πίεση, η παχυσαρκία και η σωματική αδράνεια κάνουν τους ανθρώπους πιο ευάλωτους στον διαβήτη τύπου 2. Ωστόσο, οι ερευνητές αρχίζουν να εξετάζουν και άλλους μη φυσικούς παράγοντες κινδύνου.

«Προσπαθήσαμε να κατανοήσουμε τη σχέση μεταξύ άγχους, ψυχικής υγείας και του κινδύνου διαβήτη», δήλωσε η Δρ. Sherita Hill Golden, καθηγήτρια Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins της Βαλτιμόρης. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το ψυχοκοινωνικό στρες και ο τρόπος διαχείρισής του επηρεάζουν την καρδιομεταβολική υγεία.

Προηγούμενες μελέτες για τη σχέση άγχους και διαβήτη, έχουν επικεντρωθεί σε μεμονωμένους παράγοντες άγχους, όπως το άγχος στην εργασία ή τα συμπτώματα κατάθλιψης.

Στην παρούσα μελέτη, οι ερευνητές εξέτασαν στοιχεία για 22.706 γυναίκες που δούλευαν στον τομέα υγείας, οι οποίες δεν είχαν καρδιακές παθήσεις και η μέση ηλικία τους ήταν τα 72 έτη. Συνέλεξαν πληροφορίες για οξείς και χρόνιους στρεσογόνους παράγοντες και τις παρακολούθησαν για μια μέση περίοδο τριών χρόνων.

Το οξύ άγχος περιλάμβανε αρνητικά και τραυματικά γεγονότα, ενώ το χρόνιο άγχος σχετιζόταν με την εργασία, την οικογένεια, τις σχέσεις, τα οικονομικά, τη γειτονιά και τις διακρίσεις.

Οι γυναίκες με τα υψηλότερα επίπεδα οξέος και χρόνιου στρες είχαν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο διαβήτη.

Τα ευρήματα της μελέτης θα παρουσιαστούν στις 10 Νοεμβρίου στο συνέδριο της Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρείας στο Σικάγο.

Πηγή: healthday.com

 onmed