Η έννοια του εγκεφαλικού θανάτου

Η έννοια-ορολογία του εγκεφαλικού θανάτου εμφανίζεται για πρώτη φορά στις ΗΠΑ το 1968 (Ad Hoc Committee of the Harvard Medical School to Examine the Definition of Brain Death 1968), με σκοπό να διευκολύνει τη δωρεά οργάνων. Στις ΗΠΑ, ο εγκεφαλικός θάνατος προσδιορίστηκε στην κλινική πράξη ως η μη αναστρέψιμη απώλεια όλων των λειτουργιών του εγκεφάλου, συμπεριλαμβανομένου και του εγκεφαλικού στελέχους, σε ασθενείς των οποίων η καρδιά συνέχιζε να χτυπάει (heart beating donors), και οι οποίοι διατηρούνταν στη ζωή με τη βοήθεια μηχανικού αναπνευστήρα σε μονάδες εντατικής θεραπείας. Η διάγνωση του εγκεφαλικού θανάτου, όπως προσδιορίστηκε με βάση τα κριτήρια της επιτροπής του Harvard το 1968 στις ΗΠΑ, είναι αξιόπιστη και σαφής, και ποτέ κανένας ασθενής, ο οποίος διαγνώσθηκε ως εγκεφαλικά νεκρός σύμφωνα με τα κριτήρια που όρισε η επιτροπή του Πανεπιστημίου του Harvard Medical School, δεν ανέκτησε τη συνείδηση ή την ανεξάρτητη λειτουργικότητα των ζωτικών του οργάνων. Η ιατρική αλλά και η νομική κοινότητα στις ΗΠΑ γρήγορα αποδέχτηκαν την έννοια του εγκεφαλικού θανάτου. Σήμερα, ο εγκεφαλικός θάνατος αναγνωρίζεται ως θάνατος νομικά και στις πενήντα πολιτείες των ΗΠΑ.

Εγκεφαλικός θάνατος είναι η κατάσταση της μη αναστρέψιμης βλάβης του
εγκεφάλου, με απώλεια όλων των λειτουργιών του εγκεφαλικού στελέχους. Το εγκεφαλικό στέλεχος είναι υπεύθυνο για πολλές ζωτικές λειτουργίες του σώματος, όπως τη ρύθμιση της συχνότητας του παλμού της καρδιάς, της πίεσης του αίματος και του ρυθμού της αναπνοής.

Η ανεπανόρθωτη βλάβη του εγκεφαλικού στελέχους ισοδυναμεί με τον εγκεφαλικό θάνατο και το θάνατο του ατόμου.

Η διάγνωση γίνεται με βεβαιότητα και ασφάλεια με κλινικά και εργαστηριακά κριτήρια. Το 1968, έκθεση του Πανεπιστημίου του Harvard έκανε δύο σημαντικές συστάσεις: α) η δήλωση του θανάτου πρέπει να γίνεται πριν από την αποσύνδεση του αναπνευστήρα και, β) ο υπεύθυνος ιατρός για τη δήλωση του θανάτου και την αποσύνδεση του αναπνευστήρα, δεν πρέπει να σχετίζεται με οιονδήποτε τρόπο με καμία μεταμοσχευτική ομάδα.

Η έννοια της συναίνεσης

Κομβικό σημείο για την έναρξη της μεταμοσχευτικής διαδικασίας αποτελεί η εξασφάλιση της συναίνεσης. Η έννοια της συναίνεσης αποτελεί προϋπόθεση εκ των ουκ άνευ, κάθε έννοιας δωρεάς και οιασδήποτε διαδικασίας που άπτεται των μεταμοσχεύσεων, η οποία κατοχυρώνεται νομικά.

Στην ελληνική νομοθεσία, στο άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3984/ΦΕΚ 150/Α/27.6.2011 προβλέπεται ότι «Η αφαίρεση ενός ή περισσότερων οργάνων από ενήλικο θανόν πρόσωπο, πραγματοποιείται εφόσον όσο ζούσε δεν είχε εκφράσει την αντίθεση του σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ιδίου νόμου . Η διάταξη αυτή προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, οι οποίες οδήγησαν τον ίδιο υπουργό να τροποποιήσει την διάταξη αυτή, με επόμενο νόμο ως εξής: «Η αφαίρεση ενός ή περισσότερων οργάνων από ενήλικο, θανόν πρόσωπο πραγματοποιείται εφόσον, όσο ζούσε, δεν είχε εκφράσει την αντίθεση του σύμφωνα με την παράγραφο 3 «και κατόπιν συναίνεσης της οικογένειας του» Η   φράση «και κατόπιν συναίνεσης της οικογένειας  του» προστέθηκε ως  άνω με το  άρθρο 55 παρ.4 του Ν.4075/2012  (ΦΕΚ Α 89/11.4.2012).» Επομένως νομικά η έννοια και η αναγκαιότητα της συναίνεσης της οικογένειας, δεν μπορεί να απαλειφθεί με κανένα τρόπο όπως ενδεχομένως θα επιθυμούσαν οι θιασώτες του μοντέλου της Ισπανίας το οποίο ορίζει ότι όλοι είναι δυνητικά δότες πλην εκείνων που αρνηθούν εγγράφως. Η Αφαίρεση οργάνων από θανόντα δότη διενεργείται μετά την επέλευση του Θανάτου. Κριτήριο για την πιστοποίηση του, είναι η νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους, σύμφωνα με τα ευρέως αποδεκτά επιστημονικά δεδομένα, όπως ορίζεται στην απόφαση του ΚΕ.Σ.Υ. περί διάγνωσης του εγκεφαλικού θανάτου (απόφαση 9 της 21/20.3.1985).

Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται επακριβώς το κριτήριο επέλευσης του θανάτου, υστέρα  από γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας (ΚΕ.Σ.Υ.). Με όμοιο τρόπο θεσπίζεται «Κώδικας Πρακτικής», σχετικά με τη διαδικασία διάγνωσης και επιβεβαίωσης του εγκεφαλικού θανάτου. Όταν ο θεράπων ιατρός διαγνώσει νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους και εφόσον η λειτουργία ορισμένων οργάνων διατηρείται με τεχνητά μέσα, υποχρεούται να προβεί από κοινού με έναν αναισθησιολόγο και έναν νευρολόγο ή νευροχειρουργό στη σύνταξη πιστοποιητικού θανάτου. Στην πιστοποίηση του θανάτου δεν συμμετέχει ιατρός που ανήκει στη μεταμοσχευτική ομάδα.

Στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων τηρείται αρχείο όπου καταχωρούνται οι δηλώσεις των πολιτών, περί αντίθεσης τους στην Αφαίρεση οργάνων τους. Κάθε ενήλικος πολίτης μπορεί να αποστέλλει στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων σχετική δήλωση του, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής. Για τη δήλωση δεν απαιτείται συγκεκριμένος τύπος, αρκεί να συνάγεται ρητά και αβίαστα η ακριβής βούληση του προσώπου. Η δήλωση αυτή είναι ελεύθερα ανακλητή. Η ανάκληση γίνεται με νεότερη δήλωση ανάκλησης, η οποία αποστέλλεται ομοίως στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων. Η αρχική δήλωση διαγράφεται από το αρχείο και θεωρείται ως μη γενόμενη.

 

 

 

 

PhD Καλογιαννάκης Ι. Μιχαήλ

Υπουργείο Υγείας

Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, ΕΣΔΥ

Τομέας Δημόσιας και διοικητικής υγιεινής

Λ. Αλεξάνδρας 196, 115 21, Αθήνα

Ο Καλογιαννάκης Ι. Μιχάλης γεννήθηκε στο Τυμπάκι Ηρακλείου Κρήτης το 1978. Τελείωσε το Εκκλησιαστικό Γυμνάσιο και Λύκειο Κρήτης στα Χανιά με βαθμό άριστα. Πήρε πτυχίο από το Θεολογικό Τμήμα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ανακηρύχθηκε Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, από το Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας ΕΚΠΑ, το 2012, με ομόφωνη απόφαση της επταμελούς επιτροπής, με βαθμό άριστα.

Το θέμα της διατριβής του, αλλά και της ερευνητικής του δραστηριότητας, αφορά στους παράγοντες που επηρεάζουν τη στάση του κόσμου για τη δωρεά οργάνων στην Ελλάδα, καθώς και ευρύτερα θέματα βιοηθικής. Εργάζεται στο Υπουργείο Υγείας και είναι αποσπασμένος στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ), ως διοικητικός υπάλληλος και ερευνητικός συνεργάτης στον τομέα Δημόσιας και διοικητικής υγιεινής. Είναι παντρεμένος με τη Ρένα Πετσαλάκη και έχει μία κόρη, τη Μαρίζα.