Οι οξείες αντιδράσεις αναπτύσσονται μετά τη δεύτερη εβδομάδα της θεραπείας. Είναι δυνατό να είναι ανεκτές από τους ασθενείς ή να ελέγχονται με υποστηρικτική και συμπτωματική φαρμακευτική αγωγή. Βαρύτερες οξείες αντιδράσεις παρατηρούνται όταν έχει προηγηθεί χημειοθεραπεία, όπως συμβαίνει στο μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, στα λεμφώματα νόσο του Hodgkin, καρκίνο ορθού, πρωκτού κ.α. Οι οξείες αντιδράσεις είναι συνήθως αυτοιώμενες μετά το τέλος της ακτινοθεραπείας.

Οι οξείες αντιδράσεις είναι συνηθέστερες στους ακτινοβολούμενους βλεννογόνους του σώματος και είναι γνωστές με τον όρο «ακτινική βλεννογονίτιδα». Αντικειμενικά παρατηρείται ερυθρότητα του βλεννογόνου, παραγωγή εξιδρώματος, οίδημα και εξελκώσεις. Στο δέρμα παρατηρείται ερυθρότητα, ξηρά απολέπιση και απολέπιση με εξίδρωμα (υγρή απολέπιση). Οι αντιδράσεις αυτές αποδράμουν  4-8 εβδομάδες μετά το τέλος της ακτινοθεραπείας. Αντιμετωπίζονται με αλοιφές κορτικοειδών, ειδικά σαπούνια, κυανό του μεθυλενίου 2% κ.λ.π. Στον ασθενή συνιστάται να αποφεύγει θερμά επιθέματα, αλκοόλη ( κολώνιες κ.λ.π. ), έμπλαστρα, ζώνες, κορσέδες, συνθετικά ρούχα και έκθεση στον ήλιο.  Η χρήση των υπερδυναμικών ακτινοβολιών για την ακτινοβόληση εν τω βάθει όγκων έχει μειώσει δραματικά τις δερματικές αντιδράσεις. Ανάλογα με την ακτινοβολούμενη περιοχή οι συνηθέστερα παρατηρούμενες οξείες αντιδράσεις είναι:

  • οισοφαγίτιδα: παρατηρείται στην ακτινοβόληση του μεσωθωρακίου για νεοπλάσματα πνεύμονα, οισοφάγου και λεμφώματα μεσοθωρακίου. Εκδηλώνεται με δυσκαταποσία, οπισθοστερνικό άλγος και δυσχεραίνει τη θρέψη του ασθενούς. Για την αντιμετώπισή της χορηγούνται τοπικά αναισθητικά και συνιστάται η αποφυγή λήψης οινοπνεύματος , αεριούχων ποτών, τροφών με καρικεύματα, μπαχαρικά κ.λ.π. , καθώς και η αποφυγή τροφών με ακραίες θερμοκρασίες.
  • στοματίτιδα – φαρυγγίτιδα: αναπτύσσονται στην ακτινοβόληση νεοπλασμάτων κεφαλής και τραχήλου. Εκδηλώνονται με άλγος στη στοματική κοιλότητα, δυσφαγία και δυσκαταποσία. Αντιμετωπίζονται με στοματικές πλύσεις με αντισηπτικά διαλύματα, τοπικά αναισθητικά, προσαρμογή της διατροφής και συστηματική παυσίπονη αγωγή. Σε εξαιρετικά έντονες αντιδράσεις η σίτιση του ασθενούς εξασφαλίζεται με ρινογαστρικό καθετήρα.
  • οίδημα λάρυγγα (αρυταινοειδών) : σπάνια λαμβάνει διαστάσεις απειλητικές για τον ασθενή και συνήθως εκδηλώνεται με επίταση του βράγχους και βήχα. Αντιμετωπίζεται συνήθως με κορτικοειδή.
  • εντερίτιδα : είναι μια συνήθης αντίδραση ποικίλης έντασης που παρατηρείται στις ακτινοβολήσεις νεοπλασμάτων της κοιλίας και της πυέλου. Εκδηλώνεται με διαρροϊκές κενώσεις, κοιλιακό άλγος και σε ακραίες περιπτώσεις με αποβολή βλεννοαιματηρών κοπράνων. Αντιμετωπίζεται με αντιδιαρροικά φάρμακα, δίαιτα χαμηλού υπολείμματος και αποφυγή τροφών ερεθιστικών για το έντερο.
  • ιδιαίτερα αναφέρονται οι ακτινικές αντιδράσεις : σε καρκίνους του ορθού και του πρωκτού (όπου η ακτινοθεραπεία χορηγείται ταυτόχρονα με χημειοθεραπεία). Εκδηλώνονται με βλεννοαιματηρά κόπρανα, άλγος κατά την αφόδευση, τεινεσμό και ερυθρότητα και υγρή απολέπιση της περιπρωκτικής δερματικής περιοχής. Αντιμετωπίζονται με τοπική εφαρμογή διαλυμάτων κορτικοειδών ( υποκλισμοί, αλοιφές) ή μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών, τοπικών αναισθητικών και παυσίπονη αγωγή.
  • κυστίτιδα : εμφανίζεται κυρίως στις ακτινοβολήσεις νεοπλασμάτων ουροδόχου κύστης, προστάτη και μήτρας. Οι ασθενείς παραπονούνται για δυσουρία και συχνουρία. Η κυστίτιδα αντιμετωπίζεται με παυσίπονα, μυοχαλαρωτικά, αλκαλοποίηση των ούρων, ενώ συνιστάται η λήψη μεγάλης ποσότητας υγρών. Σε περίπτωση που επιπλακεί με μικροβιακή κυστίτιδα χορηγούνται τα κατάλληλα αντιβιοτικά.
  • πνευμονίτιδα: αναπτύσσεται συνήθως 3-10 εβδομάδες μετά το τέλος της ακτινοθεραπείας και συνίσταται στην παραγωγή κυψελιδικού εξιδρώματος. Ανάλογα με την έκταση του πνεύμονα που ακτινοβολήθηκε εμφανίζονται μη παραγωγικός βήχας, πυρετός και δύσπνοια. Αντιμετωπίζεται με κορτιζόνη, αντιβηχικά, αντιβιοτικά και χορήγηση οξυγόνου. Στη σύγχρονη ακτινοθεραπεία, όπου εκτελείται ακριβής σχεδιασμός της θεραπείας με χρήση πολλαπλών πεδίων θεραπείας και γραμμικών επιταχυντών, αποφεύγεται η εκτεταμένη ακτινοβόληση πνευμονικού παρεγχύματος και η κλινική εκδήλωση ακτινικής πνευμονίτιδας είναι πολύ σπάνια.
  • στις οξείες παρενέργειες της ακτινοθεραπείας συγκαταλέγεται και η πτώση των λευκοκυττάρων και των αιμοπεταλίων του περιφερικού αίματος. Παρατηρείται στις ακτινοβολήσεις με μεγάλα πεδία και/ή όταν έχει προηγηθεί χημειοθεραπεία, όπως στη νόσο Hodgkin, λεμφωμάτων ακτινοβόλησης του νευράξονα ( λευχαιμίες, λεμφώματα) κ.λ.π. Σε περίπτωση σημαντικής πτώσης των ανωτέρω έμμορφων συστατικών του αίματος διακόπτεται προσωρινά η ακτινοθεραπεία, εκτελούνται μεταγγίσεις (π.χ. αιμοπεταλίων) και ιδιαίτερα σε πτώση των ουδετερόφιλων χορηγούνται ειδικοί αυξητικοί παράγοντες.
  • απόπτωση των τριχών και του γενείου , λόγω βλάβης των κυττάρων του θυλάκου της τρίχας. Πέρα από την ψυχολογική ίσως επιβάρυνση δεν προκαλεί λειτουργικό πρόβλημα στον ασθενή.

Γενικά συμπτώματα: Παρατηρούνται ανορεξία, καταβολή, ζάλη, ναυτία, μεταλλική γεύση και ξηροστομία. Αντιμετωπίζονται συμπτωματικά και συχνά δεν είναι εύκολο να ταυτοποιηθεί ο υπεύθυνος για τις αντιδράσεις αυτές κυτταρικός πληθυσμός.

 Όσον αφορά   στις οξείες αντιδράσεις των φυσιολογικών ιστών θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής:

Η συχνότητα και βαρύτητά τους σε σχέση με το παρελθόν εμφανίζονται μειωμένες λόγω της βελτίωσης του τεχνολογικού εξοπλισμού τόσο στο σχεδιασμό όσο και στην εκτέλεση της ακτινοθεραπείας.  Η βελτίωση αυτή κατέστησε δυνατή τη χρήση μικρότερων πεδίων ακτινοβόλησης (επικέντρωση στα σημεία της νόσου) με πολλαπλές εισόδους των δεσμών ακτινοβόλησης στο σώμα του ασθενούς. Με αυτούς τους τρόπους ο όγκος των ακτινοβολούμενων φυσιολογικών ιστών μειώνεται σημαντικά. Δίνεται η μέγιστη θεραπευτική δόση με την ελάχιστη εμφάνιση παρενεργειών.

 

 

 

 

Στυλιανίδου Π. Στυλιανή

Ακτινοθεραπεύτρια Ογκολόγος, MD Επιμελήτρια Α’, Π.Γ.Ν.Θ.ΑΧΕΠΑ, Θεολόγος- Θεολογική Σχολή Α.Π.Θ., Μsc Θεολογίας , Α.Π.Θ., Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια Δ.Π.Μ.Σ Ιατρικής Α.Π.Θ., «Σύγχρονες Ιατρικές Πράξεις: Δικαική Ρύθμιση και Βιοηθική Διάσταση».