Φθινόπωρο του 1989 σε μεγάλο και γνωστό νοσοκομείο των Αθηνών.
Είχα τελειώσει τη Σχολή Μαιευτικής των ΤΕΙ Αθηνών και έκανα την πρακτική μου άσκηση στο εν λόγω νοσοκομείο.

Τα περιστατικά των γυναικών που ερχόταν για να φέρουν στον κόσμο το παιδί τους πολλά και ποικίλα. Το καθένα ξεχωριστό και μοναδικό θα μπορούσα να πω. ‘Αλλα χωρίς καμία επιπλοκή για τη μέλλουσα μητέρα και το μωρό, άλλα με επιπλοκές και δυσκολίες τόσο για τη γυναίκα όσο και για το μωρό.

Και να τρέχουν οι γιατροί και το νοσηλευτικό προσωπικό, ασταμάτητα, χωρίς ωράριο, νυχθημερόν για να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούσαν. Μην ξεχνάμε, άλλες εποχές, άλλα τεχνικά μέσα έτσι κι αλλιώς. Παρόλα αυτά, όλα γίνονταν σωστά και όπως έπρεπε να γίνουν.

Οι μαίες που έκαναν την πρακτική τους όταν ερχόταν η ώρα να φύγει μια γυναίκα από την αίθουσα αναμονής και να μπει στο χειρουργείο, ήταν πάντοτε παρούσες είτε για να φέρουν στον κόσμο το μωρό είτε για να βοηθήσουν με οποιονδήποτε τρόπο μπορούσαν.

Εκείνο όμως το απόγευμα όλα ήταν αλλιώς. Θα τολμούσα να πω ότι εκείνο το φθινοπωρινό απόγευμα, στιγμάτισε την επαγγελματική μου σταδιοδρομία, προκαλώντας μου ανάμεικτα συναισθήματα, χαράς, λύπης και κυρίως ένα μεγάλο “γιατί” για τους ανθρώπους. ‘Ηταν η βάρδια μου και πήγα αμέσως αφού φόρεσα την επαγγελματική μου στολή, στην αίθουσα οδυνών.

Σ’ ένα κρεβάτι, μια γυναίκα γύρω στα 35, είχε μια όψη θλιμμένη. “Μα έπρεπε να είναι λίγο χαρούμενη, παρά την ταλαιπωρία, σκέφτηκα”. Η όψη της κάτωχρη έμοιαζε σα να είναι ξεχασμένη από Θεό και ανθρώπους. Πήγα αμέσως στην προϊσταμένη και την ρώτησα τι συμβαίνει με τη συγκεκριμένη γυναίκα. “Παιδί μου, είναι εδώ από το πρωί και περιμένει να γεννήσει. Ακόμη δεν δεν έχει καλούς πόνους όμως”. “Ναι, προϊσταμένη, αλλά δεν έχει γίνει καμία προετοιμασία απ’ ό,τι είδα. Ούτε ορός της έχει τοποθετηθεί ούτε τίποτε”. “Δεν την πλησιάζουν παιδί μου, κανείς δεν πλησιάζει, γιατί έχει ηπατίτιδα Β’.

‘Εμεινα άφωνη! Μα είναι δυνατόν;, της είπα. Θα πάω εγώ. “Να πας παιδί μου, αλλά να προσέχεις”.
Αυτό και έκανα. Αφού φόρεσα τα γάντια μου, πήγα στο κρεβάτι που ήταν ξαπλωμένη η γυναίκα και έκανα όλα τα απαραίτητα που έπρεπε να γίνουν. Δεν ξεχνώ!!! Πριν ξεκινήσω καν να κάνω οποιαδήποτε ενέργεια, η γυναίκα κοιτώντας με κατάματα, μου είπε: “Για μένα ήρθατε; Πώς είναι δυνατόν; Είμαι εδώ από το πρωί και κανείς δεν έχει πλησιάσει γιατί έχω ηπατίτιδα Β. Μου φαίνεται απίστευτο ότι ενδιαφερθήκατε για μένα”. Μέσα μου λύγισα από τα λόγια της και κυρίως από το βλέμμα της, αλλά δεν είπα ούτε έδειξα τίποτε, συνεχίζοντας να κάνω τη δουλειά μου.

Πέρασαν αρκετές ώρες. Η ώρα του τοκετού πλησίαζε και για εκείνην. Βλέπετε είχε κι εκείνη δικαίωμα να φέρει στον κόσμο μια ζωή αφού ο Θεός το επέτρεψε να συμβεί. Και πάλι κανένας δεν αναλάμβανε να την ξεγεννήσει. Αν και είχα κάνει αρκετές γέννες μόνη μου, στη συγκεκριμένη περίπτωση μια μικρή βοήθεια την χρειαζόμουν, τουλάχιστον έτσι ένιωσα. Επικοινώνησα με την υπεύθυνη του τμήματος Ψυχοπροφυλακτικής του νοσοκομείου, μαία Α.Ρ. και την ρώτησα αν θέλει να με βοηθήσει, αλλιώς θα το έκανα μόνη μου. ‘Ηξερα όμως ότι κι εκείνη δεν θα δίσταζε.

‘Ετσι πήγαμε στο χειρουργείο και μετά από λίγο ένα μικρό, αδύνατο αλλά πανέμορφο κοριτσάκι, ανάσανε για πρώτη φορά σ’ αυτή τη ζωή. Η μητέρα του, εκείνη η 35χρονη που κανείς δεν πλησίαζε έκανε μια κίνηση που ποτέ δεν θα ξεχάσω. Ψελλίζοντας αδύναμα το “ευχαριστώ”, μου φίλησε το χέρι.
Μα πως είναι δυνατόν; Δεν έκανα κάτι. ‘Εκανα απλά το καθήκον μου. ‘Εκανα αυτό που μου έδωσε μεγάλη χαρά. Τίποτε περισσότερο.

Αυτή η μικρή αληθινή ιστορία παρατείθεται πρώτη φορά στη δημοσιότητα για ένα μόνο λόγο. Γιατί πρέπει όλοι να συνειδητοποιήσουμε πως ο καθένας έχει δικαίωμα στη ζωή…

 

 

 

 

‘Αρσα Κιλιτζιάν
Μαία