Οι γιατροί οδηγούνται στο εδώλιο του κατηγορουμένου για το ποινικό σκέλος της ιατρικής ευθύνης. Επιπλέον, οι γιατροί έχουν αστική και πειθαρχική ευθύνη, το οποίο σημαίνει ότι αυτές οι υποθέσεις καταλήγουν στα αστικά δικαστήρια για την διεκδίκηση της αποζημιώσεως και στα πειθαρχικά συμβούλια των ιατρικών συλλόγων.

Το αξιόποινο της πράξης καταλογίζεται, κατά περίπτωση, σε ιατρούς και νοσηλευτικό προσωπικό, εν γένει σε ιατρικούς και παραϊατρικούς λειτουργούς, οι οποίοι δεν ενήργησαν με ορθό τρόπο, δηλαδή είτε δεν ακολούθησαν τα κοινώς αποδεκτά πρότυπα συμπεριφοράς και τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης -[lege artis]- που έπρεπε να τηρηθούν, είτε δεν κατέβαλαν την προσοχή και επιμέλεια του μέσου συνετού γιατρού, που απαιτείται και την οποία κάθε μέσος εκπρόσωπος του είδους οφείλει να επιδεικνύει, κατά την τέλεση των εν γένει- αντίστοιχων με την επιχειρούμενη ενέργεια- ιατρικών πράξεων.

Ως εκ τούτου, στις περιπτώσεις ιατρικής ευθύνης ο θεράπων ιατρός μπορεί να οδηγηθεί ενώπιον της Δικαιοσύνης, για να λογοδοτήσει σε κατηγορία, που τον βαρύνει για πλημμελή παροχή των υπηρεσιών του, παράβαση δηλαδή των ιατρικών του υποχρεώσεων, η οποία και αιτιωδώς επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, για το οποίο και κατηγορείται. Άλλωστε, στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (ΚΙΔ – Ν. 3418/2005] τονίζεται ότι το λειτούργημα άσκησης της ιατρικής επιστήμης «αποσκοπεί στη διατήρηση, βελτίωση και αποκατάσταση της σωματικής πνευματικής και ψυχικής υγείας του ανθρώπου καθώς και στην ανακούφιση αυτού από τον πόνο».

Συνεπώς, σε κάθε άλλη περίπτωση η οποία έρχεται σε αντίθεση με τον όρκο που λαμβάνουν οι γιατροί να προβαίνουν σε πράξεις, που σκοπούν στην θεραπεία των ασθενών, ο γιατρός φέρει ευθύνη και οφείλει αποζημίωση, η οποία προέρχεται από παράβαση τής συμβατικής
του υποχρέωσης, ή και της γενικής υποχρέωσης ορθής εκτέλεσης των υπηρεσιών του, την οποία οφείλει να επιδεικνύει στις συναλλαγές του με τους ασθενείς.

Όπως άλλωστε, ορίζεται και στο αρ. 24 ΑΝ 1565/1939 «Ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρική αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρών τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεως των ασθενών και προστασίας υγιών.» Μάλιστα, έχει ιδιαίτερη υποχρέωση να ενημερώνει πλήρως και αναλυτικά τον ασθενή, για την κατάσταση της υγείας του. Εξαιρούνται περιπτώσεις, στις οποίες ο ασθενής έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί κάτι τέτοιο. Οφείλει, δηλαδή, να του εξηγεί το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της ιατρικής πράξης, καθώς και τους ενδεχόμενους κινδύνους επιπλοκών (άρθρο 11 π.1 ΚΙΔ) . Η ανωτέρω υποχρέωση λειτουργεί και ως βασική προϋπόθεση λήψης της ρητής, εκ του ασθενούς συναίνεσης, με σκοπό να καταστεί εφικτό, σε επόμενο στάδιο, να επιχειρηθεί και ολοκληρωθεί η ενδεικνυόμενη και συμφωνηθείσα ιατρική ενέργεια.

Σύμφωνα με στοιχεία, που δημοσιεύονται στην σελίδα του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, αξιοσημείωτη είναι η προοδευτική αύξηση των περιπτώσεων καταδίκης ιατρών και νοσηλευτικών ιδρυμάτων, με τις συνηθέστερες εξ αυτών να ξεκινούν από 12 έως και 36 μήνες. Η διαδικασία της εκδίκασης ιατρικών υποθέσεων εκτιμάται ότι διαρκούσε μέχρι και το έτος 2016, από τρία έως πέντε χρόνια πρωτοδίκως, ενώ μετά την ψήφιση του νέου κώδικα πολιτικής δικονομίας, αναμένεται ο χρόνος αυτός να μειωθεί, χωρίς ακόμα να υπάρχουν διαθέσιμα στατιστικά δεδομένα, για να μπορεί με ασφάλεια να προσδιοριστεί ο ακριβής χρόνος από το 2016 και στο εξής, ενώ εάν η υπόθεση εκδικαστεί και σε δεύτερο βαθμό η διάρκεια αυξάνεται κατά δύο επιπλέον έτη.

Αποζημίωση επιδικάζεται κατά την διαδικασία, που ακολουθείται, ενώπιον των αστικών δικαστηρίων και τα ποσά, που επιδικάζονται για τους παθόντες δεν είναι και τόσο υψηλά, ακόμα και όταν έχουμε περιπτώσεις θανάτου του ασθενούς.
Σύμφωνα με έρευνα του έτους 2012, του Πανεπιστημίου Πειραιώς, το μέγιστο, κατά μέσο όρο, ποσόν, που επιδικάζεται, σε περιπτώσεις θανάτου, εκτιμάται στις 434.086 ευρώ, σε περιπτώσεις αναπηρίας το ποσό κυμαίνεται στις 356.839 ευρώ, ενώ σε περιστατικά σοβαρής βλάβης της υγείας, στο ποσό των 193.800 ευρώ. Στις υποθέσεις προσωρινής βλάβης, κατά την οποία κρίνεται αναγκαία και η νοσηλεία του ασθενούς, υπολογίζεται αποζημίωση, η οποία μπορεί να φτάνει στο ποσόν των 82.000 ευρώ κατά μέσο όρο.

(Απόσπασμα από το βιβλίο της BCLA «Iατρικά λάθη-Χρήσιμες συμβουλές και πως να τα αντιμετωπίσετε»)