Το «παιδί μέσα μας» δεν είναι πάντα χαρούμενο. Υπήρχαν δυστυχώς στιγμές που οι σημαντικοί άλλοι της ζωής μας, γονείς, δάσκαλοι και γενικά μορφές εξουσίας- μας κακοποίησαν συναισθηματικά.

Η ταπείνωση και η συνεχής κριτική.

Οι απειλές, οι φωνές και οι βρισιές.

Η γελοιοποίηση και ο σαρκασμός.

Οι κατάρες και η αποπομπή από το σπίτι.

Το να βάζει κανείς ένα παιδί να κάνει ταπεινωτικές πράξεις.

Το να μην σέβεται την ατομικότητα και την ιδιωτικότητά του και να θέλει να ελέγχει τη ζωή του.

Το να πιέζει κανείς ένα παιδί να ξεπεράσει τα ηλικιακά αλλά και σωματικά ή ψυχολογικά όρια του για να φέρνει επιτυχίες.

Το να εκθέτει κανείς ένα παιδί σε τραυματικές καταστάσεις ή σε ενδο-οικογενειακή βία.

Να μην ενδιαφέρεται για την κοινωνική του ανάπτυξη.

Να το αγνοεί.

Να είναι διαρκώς απών.

Να μην του λέει ποτέ μια καλή κουβέντα, να μην εκφράζει ποτέ τα θετικά του συναισθήματα για αυτό, και να μην του λέει «μπράβο» για τις επιτυχίες του.

Να μην εκφράζει ποτέ τα συναισθήματά του όταν είναι με ένα παιδί ως συναισθηματική παραμέληση.

Όλα τα παραπάνω, συνιστούν μορφές συναισθηματικής κακοποίησης του παιδιού.

Η συναισθηματική κακοποίηση στην παιδική ηλικία είναι πάντως μία σκοτεινή υπόθεση. Δεν υπάρχουν απτά ίχνη της. Εκείνο που δεν μπορούμε να φανταστούμε είναι το μέγεθος της αρνητικής επίδρασης που έχει για το άτομο κατά την ενήλικη ζωή του. Δυστυχώς, κάθε πληγή που προκάλεσε η συναισθηματική κακοποίηση δεν μένει μόνο στην παιδική ηλικία. Αντίθετα, τις περισσότερες φορές εκτείνεται και στη εφηβική αλλά και ενήλικη ζωή, επηρεάζοντας την αυτοεικόνα, την κοσμοθεωρία αλλά και τις σχέσεις του ατόμου. Είναι δυνατό να οδηγήσει ακόμη και στην ψυχική ασθένεια.

Οι άνθρωποι που έχουν υποστεί συναισθηματική κακοποίηση καταθέτουν ότι:
Νιώθουν την ανάγκη να απολογούνται διαρκώς, να βρίσκουν δικαιολογίες ή να προσπαθούν να βρουν μία λογική εξήγηση για τον τρόπο που οι άλλοι συμπεριφέρονται.

Παίρνουν το βάρος της ευθύνης για πράγματα που δεν έχουν κάνει.

Νιώθουν άβολα όταν βρίσκονται με κόσμο.

Αν οι γονείς γελοιοποιούσαν το παιδί τους, αυτό μπορεί να καταλήξει με σοβαρό κοινωνικό άγχος και φοβία για τους ανθρώπους. Ο ενήλικας καταλήγει να έχει έναν παράλογο φόβο ότι όλοι τον κοιτούν κι όλοι τον κρίνουν. Το μπούλινγκ δυστυχώς υπάρχει και μέσα στις οικογένειες και το άτομο που το έχει υποστεί τρέμει στην ιδέα της γελοιοποίησης του όταν βρίσκεται με κόσμο.

Υπεραναλύουν. Σκέφτονται διαρκώς και αναλύουν κάθε λέξη, κάθε κίνηση, ψάχνουν εναγωνίως να βρουν όλες τις πιθανότητες ώστε να είναι έτοιμοι αφού στην παιδική ηλικία δεν ένιωθαν ποτέ σε ετοιμότητα. Ήταν τα θύματα που δεν ήξεραν «από που θα τους έρθει».

Πιέζουν τον εαυτό τους υπερβολικά και μετά καταρρέουν υπό το βάρος των ευθυνών τους. Νιώθουν την ανάγκη να είναι πάντα τέλειοι ακόμη κι όταν αυτό είναι αδύνατο.

Αφήνουν στην άκρη τα δικά τους θέματα για να δώσουν προτεραιότητα στις υποθέσεις των άλλων. Πείθουν τον εαυτό τους ότι τα δικά τους προβλήματα, είναι άνευ σημασίας.

Τα κρατούν όλα μέσα τους και δεν ζητούν βοήθεια γιατί πιστεύουν ότι κάνεις δεν θα θέλει να τους βοηθήσει.

Φοβούνται τις φιγούρες εξουσίας. Η ύπαρξή τους και μόνο γίνεται αντιληπτή από αυτούς ως απειλή. Μπορεί να είναι επιτυχημένοι επαγγελματίες και δεν τολμούν να μιλήσουν στον προϊστάμενό τους.

Προσποιούνται ότι είναι σκληροί και ότι δεν έχουν κανένα πρόβλημα. Έτσι πείθουν τους εαυτούς τους ότι η συναισθηματική κακοποίηση δεν υπήρξε ποτέ για αυτούς. Όμως όταν βρίσκονται το βράδυ στο κρεβάτι τους, η πραγματικότητα έρχεται με τη μορφή κατάθλιψης και με σκέψεις όπως «κανένας δεν ξέρει ποιος είμαι πραγματικά».

Αποφεύγουν την σωματική επαφή με τους άλλους ανθρώπους αλλά και τις φωνές. Μερικές φορές καταφεύγουν σε διαφορές ψυχαναγκαστικές πρακτικές όπως μέτρημα για να ανακτήσουν την ηρεμία τους.

Δεν αντέχουν να τους κάνουν κοπλιμέντα. Σαν παιδιά δεχόταν μόνο παρατηρήσεις για πράγματα που δεν έκαναν σωστά και ποτέ επαίνους.

Παθαίνουν εμμονή με την πιθανότητα θανάτου των αγαπημένων τους προσώπων. Αποφεύγουν να γνωρίσουν καινούργιους ανθρώπους με τον φόβο ότι θα τους εγκαταλείψουν κάποια στιγμή. Βάζουν τα μέλη της οικογένειας τους σε πρώτη θέση και πάνω από τον εαυτό τους.

Λένε πάντοτε «ναι» γιατί αν πουν «όχι» θα γίνουν κακοί. Σαν παιδιά δεν επιτρεπόταν να πουν όχι στη μητέρα και στον πατέρα γιατί τότε θα τους μάλωναν, έδερναν ή θα υφίσταντο και χειρότερες τιμωρίες.

Δεν μπορούν να πάρουν αποφάσεις ακόμη και για πολύ μικρά πράγματα. Πανικοβάλλονται γιατί δεν ξέρουν αν παίρνουν τη σωστή απόφαση και δεν εμπιστεύονται ποτέ τον εαυτό τους. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε αφού άλλοι αποφάσιζαν πάντοτε για αυτούς.

Δεν αντέχουν τη σύγκρουση αλλά και κανενός είδους αντιπαράθεση. Μόλις βρεθούν σε μια τέτοια κατάσταση, αποτραβιούνται αφού δεν έχουν καθόλου αυτοπεποίθηση για να υπερασπιστούν τη θέση τους. Η εμπειρία της παιδικής ηλικίας ήταν τραυματική αφού τους απαγορευόταν να εξωτερικεύουν τα θέλω και τη γνώμη τους. Δεν τα καταφέρνουν να αντιπαρατεθούν φραστικά με τους άλλους. Αν χρειαστεί να το κάνουν, πανικοβάλλονται κι αρρωσταίνουν μέχρι να εγκαταλείψουν τη σκηνή.

Κάνουν μεγάλες προσπάθειες να δώσουν εξηγήσεις για ό,τι κάνουν, μιλώντας πολύ γρήγορα και με φανερή αγωνία να ακουστούν. Κάθε φορά που μιλούσαν στο παρελθόν, τους λοιδορούσαν μιλώντας πάνω στη φωνή τους.

Σιωπούν, γιατί κάθε φορά που έλεγαν πώς ένοιωθαν κατά την παιδική τους ηλικία, αυτό έφερνε περισσότερο πόνο. Σαν ενήλικες δυσκολεύονται να μιλήσουν για τα συναισθήματά τους γιατί φοβούνται ότι οι άλλοι θα τους απορρίψουν, θα τους επιτεθούν η θα τους αγνοήσουν.

Απόδοση-μετάφραση και μετατροπή: Ζιζή Σκόρδα Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας ΜΑ in Counseling Psychology

https://www.nspcc.org.uk, https://themighty.com , https://curiousmindmagazine.com/
http://www.psixologikosfaros.gr/article_det.asp?artid=7409