Όταν ανοίγει μια πόρτα, κλείνει κάποια άλλη κι όταν ανοίγει κάποια άλλη, κλείνει η προηγούμενη ή κάποια από τις προηγούμενες.
‘Ετσι είναι η ζωή, θεωρώ από τότε που άρχισε να γίνεται τούτη η πλάση.
Πλάσματα φτιαγμένα από την ίδια τη μοίρα να αναπαύουν τις ψυχές τους σε πολυτελείς ζωές, κι άλλα να είναι σαν τους βεδουίνους σε μια ατέλειωτη έρημο, περιπλανώμενοι για να ψυχαγωγήσουν τους άλλους, ντυμένοι βαριά μέχρι το πετσί τους για να μην αποκάμουν από τον καυτό ήλιο των καταστάσεων.

Μόλις τα μάτια άνοιξαν κι άρχισαν να βλέπουν θολά τις πρώτες εικόνες, είχε ήδη αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση, να μαζεύει η ψυχή εικόνες που τότε σίγουρα αν και δεν μπορούσε να εγκρίνει ποιες να κρατήσει και ποιες όχι, όλες τις έβλεπε όμορφες.
Δεν αργεί πολύ όμως να ‘ρθει η στιγμή, που καταλαβαίνεις πως τα σκουπίδια είναι περισσότερα από τα άνθη και τις όμορφες μυρωδιές.
Κι αυτό, γιατί όλα περιστρέφονται γύρω από τον διακαή πόθο της συλλογής υλικών αγαθών, του φαίνεσθαι, του πρέπει, του είμαι εγώ κι άλλος κανείς, εκείνου του μισητού απεριόριστου «εγώ» που τελειωμό δεν έχει.
Δεν φταίει κάποιος συγκεκριμένα, έτσι μας μαθαίνουν.

Περνάω γρήγορα τα… κεφάλαια της ζωής γιατί είναι γνωστά σε όλους. Νήπιο, παιδί, έφηβος, ενήλικας, μεσήλικας και γεια σας.
Αυτό είναι ουσιαστικά.
«Ματαιότης, ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης», είχε πει ο βασιλιάς Σολομώντας. Βάζω στοίχημα ότι πολλοί λίγοι είναι αυτοί που το ξέρουν κι ακόμα πιο λίγοι αυτοί που το καταλαβαίνουν.
Κι εγώ τι φταίω; Φταις. Σίγουρα φταις, γιατί κάπου το ‘χασες στην πορεία, γιατί κάπου σε παρέσυρε κάποιο ρεύμα κι ακολούθησες κι εσύ, κι εγώ, όλα εκείνα που μας έμαθαν που κι εκείνοι τα έμαθαν, που τέλος πάντων δεν ξέρω ποιος και από πού ξεκίνησε όλα τούτα που διαδραματίζονται σε ένα τραγελαφικό τσίρκο με αλλοπρόσαλλα χρώματα που ζαλίζουν το μάτι.

Τόλμησες να ξεφύγεις από τη μάζα; Για κάνε ένα πείραμα ότι φεύγεις από το μαντρί της γης, αλλά να το νιώσουν οι … φύλακες του. Σε προκαλώ να το κάνεις. Θα δεις συμπεριφορές πολύ χειρότερες από αυτές που το ανθρώπινο είδος … απλόχερα σου χαρίζει.
Οι ιθύνοντες έχουν χωρίσει το είδος των ανθρώπων σε «επώνυμους» και «ανώνυμους». Κάτι σαν τα σαρκοφάγα και χορτοφάγα ζώα.
Άλλη περίπτωση που διαφωνώ κάθετα. Ζώα θα πει τι ακριβώς και το θεωρούν προσβλητική προσφώνηση; Το αντίθετο θα έπρεπε να συμβαίνει. Προσβλητική προσφώνηση είναι να σε πουν άνθρωπο, γιατί για να είσαι άνθρωπος θέλει γερά κότσια. Θέλει αλήθειες, θέλει μπέσα κι άλλα πολλά. Τα ‘χεις;

Ρουτίνα ζωής, ψυχής και πνεύματος. Βουή από αυτοκίνητα, από φωνές, από κακογραμμένα τραγούδια, πλύση εγκεφάλου σε όλα τα επίπεδα. ‘Ενας κόσμος που αποτυπώνεται σε διαμερίσματα-κλουβιά ψυχών για να παρακολουθείς κάτι που λέγεται τηλεόραση κι αυτό το ονομάζουν «ξεχνιέμαι»…
Θες να ξεχαστείς φίλε μου; Περπάτα στη φύση. Υπάρχει παντού γύρω σου. Και το πιο κοντινό πάρκο της γειτονιάς σου, φύση είναι. Σταμάτα να παίζεις μ’ ένα κινητό κι έναν υπολογιστή. Δεν είναι εκεί ο κόσμος. Εκεί είναι συγκεντρωμένο με την εξέλιξη της τεχνολογίας όλο το ψέμα και το δήθεν, όταν προσθέτεις διαρκώς για φίλους στην ηλεκτρονική σου σελίδα, άτομα που ούτε καν ξέρεις και μιλάς μαζί τους, και τους λες πράγματα για σένα, κι ύστερα με ένα delete, τους εξαφανίζεις ή σε εξαφανίζουν. Μην καμαρώνεις αν έχεις συγκεντρώσει χιλιάδες φίλους. Το ξέρεις και το ξέρω ότι δεν είναι φίλοι.

Η αγάπη είναι στα απλά, σ’ ένα βαθύ κοίταγμα κατανόησης, σε μια τρυφερή κουβέντα τη στιγμή ακριβώς που την έχει ανάγκη η ψυχή και το μυαλό. Πόσο δύσκολο είναι να το καταλάβει κάποιος επιτέλους που να πάρει η ευχή;
Ποιος είπε ότι η διαιώνιση του είδους είναι απαραίτητη όταν δεν υπάρχει εκείνο το αληθινό δέσιμο που ομορφαίνει και γλυκαίνει το κοίταγμά σου;
Ξέρω, και σ’ αυτό έτσι σε μεγάλωσαν. Κι εδώ, το διαβολεμένο «πρέπει».
Πριν βιαστείς να επαναστατήσεις και να πεις ότι δεν είναι έτσι, ξανασκέψου το. Σκέψου ποια ήταν εκείνη η φορά που στ’ αλήθεια έκανες αυτό που εσύ και μόνο εσύ ήθελες. Ο,τι κι αν ήταν αυτό.
‘Όταν την βρεις, θα καταλάβεις πως αλλού είναι το νόημα. Πως όλα στα ‘μαθαν λάθος. Είναι τραγικό, το ξέρω.

Η φυλή των Βεδουίνων, έχει συνηθίσει, να ζει στις ερήμους. Με δύσκολες καιρικές συνθήκες πάνω σε καμήλες μετακομίζουν διαρκώς και ποτέ δεν είναι κάπου σταθερά. Τι όμορφα στ’ αλήθεια!
Πρέπει να ζήσουν όμως, κάτι να φάνε, κάτι να πιουν να δροστιστούν. Επάγγελμα «ξεναγός» των τουριστών που πάνε κατά τα μέρη τους, για να απολαύσουν τα αχανή, πανέμορφα τοπία της ερήμου. ΄Ομως είναι λεύτεροι, δεν είναι δέσμιοι κανενός.
Σαφώς ακολουθούν κανόνες, κανένας εξάλλου δεν μίλησε για αναρχία, αλλά μέσα στις ερήμους που διασχίζουν, αφήνουν το βλέμμα να χάνεται στο άπειρο της φύσης και περνούν οι μέρες, οι μήνες τα χρόνια. Σίγουρα ζουν τη ζωή μ’ ένα μοναδικό, αλλιώτικο τρόπο. Ίσως τον πιο ουσιαστικό.

Προχθές συνάντησα μια φίλη που είχα χρόνια ν’ ανταμώσω. Ιστορία, μια απ’ τα ίδια. Γάμοι που έγιναν γιατί έπρεπε να γίνουν, δρόμοι που χώρισαν γιατί έπρεπε να χωρίσουν, διαλυμένες ψυχές, υπναγωγά χάπια για να κλείσουν έστω λίγες ώρες τα μάτια.
Άλλος διαμαρτύρεται για το πόσο βαρετή είναι η ζωή του, πόσο κουράστηκε και θέλει ν’ αποδράσει αλλά δεν ξέρει που, δεν ξέρει πως.
‘Ανθρωποι του δυτικού κόσμου κι όχι μόνο, κατά καιρούς εξαφανίζονται από προσώπου γης, λες και κάποιο αόρατο χέρι τους πήρε και χάνονται τα ίχνη τους. Είναι πασιφανές τι συμβαίνει. Είτε κάπου έχουν μπλέξει άσχημα και κάποιοι άλλοι «καλοί» άνθρωποι αφαιρούν τη ζωή τους, ή τους συμβαίνει κάποιο δυστύχημα και λόγω κάποιας σωματικής ασθένειας, αλλά είναι κι άλλοι. Αυτοί που δεν είναι βεδουϊνοι, που μπούχτισε η ψυχή τους απ’ τα ίδια και τα ίδια που δεν επέλεξαν ή που λάθος επέλεξαν και απλά θέλουν ν’ αλλάξουν παραστάσεις.

Είναι πολύ εύκολο να είσαι ένα με το πλήθος. Με τη μάζα. Τότε είσαι αγαπητός, και η λέξη «σινάφι» βρίσκει όλο της το νόημα. Ομοϊδεάτες των «πρέπει», ομοϊδεάτες των «δήθεν», είναι όλοι τα «καλά παιδιά».
Είναι όλοι εκείνοι που σκύβουν το κεφάλι γιατί έτσι τους έμαθαν να κάνουν και συνθλίβουν την ψυχή μέχρι να βγάλει το φουγάρο της καπνό με όποιες συνέπειες στο μυαλό και το σώμα.
Είναι κι άλλοι που κάνουν τα «πρέπει» για να είναι αρεστοί, για να τους βαπτίζει η κοινωνία … καλά παιδιά και το ευχαριστούνται κιόλας γιατί στ’ αλήθεια νομίζουν ότι έτσι είναι τα… καλά παιδιά.
Πολύ λίγοι καταφέρνουν να ταξιδέψουν μακριά… να γίνουν βεδουϊνοι της ψυχής τους, ν’ αναζητήσουν τη δική τους ζωή, όχι αυτή που τους έμαθαν ότι είναι ζωή.

Τα … καλά παιδιά φίλε μου είναι εκείνα τα λίγα, που με πολύ κόπο βρίσκουν το δικό τους «είναι». Χαράζουν το δικό τους δρόμο, χωρίς … δεκανίκια.
Τα καλά παιδιά είναι αυτά που ξεφεύγουν από την … κλίκα του καθωσπρεπισμού και δεν τους νοιάζει αν ένα στενό παρακάτω είναι έτοιμο το «μαγαζί» που κολλάνε ταμπέλες.
Α, δεν το ξέρετε; Ναι είναι ένα μαγαζί, κοινωνία ονομάζεται, που σ’ αυτό δουλεύουν ασταμάτητα 24 ώρες το 24ωρο εκατομμύρια άνθρωποι. Η δουλειά τους, ταμπελάς. Μέσα σε χρόνο ρεκόρ ετοιμάζουν ταμπέλες και τις κολλάνε, συνήθως στο μέτωπο αυτών των λίγων που ξεφεύγουν.
Η εμπειρία μου, μού έχει δείξει ότι αυτό το μαγαζί έχει πάντα δουλειά. Να σημειώσω ότι η μόνη ιδιαιτερότητα είναι ότι σ’ αυτό το μαγαζί δεν πάει ο πελάτης εκεί, αλλά εκείνοι βρίσκουν τους πελάτες χωρίς να τους ρωτήσουν.

Τι δουλειά κάνεις; Τι ύψος έχεις; Τι ρούχα φοράς; Πώς είναι το σπίτι σου και σε ποια περιοχή είναι; Σε ποιόν τόπο γεννήθηκες; Ποια είναι τα πολιτικά και θρησκευτικά σου πιστεύω; Πόσα χρήματα έχεις; Εχεις ωραίο αυτοκίνητο, ωραία/ωραίο σύντροφο;
Αυτά είναι τα σούπερ κριτήρια για να μη σου κολλήσουν ταμπέλα, εφόσον τα διαθέτεις. Πρέπει να είσαι άψογος, ατσαλάκωτος σχεδόν, με ωραίους τρόπους και από οικογένεια επωνύμων. Τότε όλοι οι δρόμοι είναι ανοιχτοί για σένα. Το παιδί του τάδε εργάτη ή της τάδε μοδίστρας δεν μετρά. Είναι… ανώνυμο.
Αν είσαι … επώνυμος, ακόμα και σε βιτρίνα να μπεις θα ΄ρθουν να σε ξεσκονίσουν για να γυαλίζεις. Αν δεν είσαι, στο δρόμο να κοιμηθείς κανένας δεν θα νοιαστεί. Γαμώ την κοινωνία σας.
Πόσες ψυχές ακόμα θα καταστρέψετε, εσείς το ανθρώπινο είδος με την απίστευτη διάκριση, τα δήθεν και τα δικά σας απωθημένα;

‘Εχω τάσεις φυγής, χρόνια τώρα. Ένα πράγμα σαν εμετός μου ανακατεύει το στομάχι, γιατί ξέρω πως πίσω από κάθε χαμόγελο τους, κρύβεται ένα ψέμα.
Λες να φταίει η ράτσα; Το ‘χω σκεφτεί άπειρες φορές. Η Ελλάδα, οι ‘Ελληνες, κι αυτή η νοοτροπία του δήθεν καθωσπρεπισμού; Δεν έχω ταξιδέψει αρκετά για να γνωρίζω, έχω όμως την εντύπωση ότι το ανθρώπινο γένος κάπως έτσι θα είναι σε όλο τον κόσμο, τουλάχιστον στην πλειοψηφία τους. ‘Αρα δεν φταίει η ράτσα.
Φταίει η ψυχή. Πόσο δεκτική είναι σ’ όλα εκείνα τα ασήμαντα σκουπίδια που της αραδιάζουν πριν καν μάθει να αντιλαμβάνεται και να ξεχωρίζει τα χρώματα, πριν καν μάθει να ξεχωρίζει τον ουρανό από τη θάλασσα και τι είναι το καθένα. Ξέρεις, πάντα πίστευα πως η ψυχή καθορίζει τα του μυαλού και όχι το μυαλό την ψυχή.
Αν έχεις ψυχή, αυτό που λέμε «να το λέει η καρδιά σου», όλα τ’ άχρηστα τα κάνεις πέρα. Χαράζεις το δικό σου δρόμο με το δικό σου σκαλίδι, όχι δανεικό, δικό σου. Κι αν δεν έχεις φτιάξε.
‘Ένα μεγάλο κεφάλαιο, αυτό που νομίζουν πια πως είμαστε αιώνιοι. Πως ο καθένας είναι αθάνατος. Τρέχει να προλάβει το λεωφορείο, το ταξί, να κλείσει τραπέζι στα μπουζούκια, ξενοδοχείο για να κάνει διακοπές, κι αν θέλει να κάνει φιγούρα, από εκείνα τ’ ακριβά με τα… χρυσά σεντόνια.
Εννοείται ότι βγάζει και φωτογραφίες που ποστάρει στα social media για να τον καμαρώσουν οι φίλοι κι οι γνωστοί και να ζηλέψουν…
Το άλλο, εκείνο το θεϊκό, που κάτω από κάθε φωτογραφία οι «φίλοι», οι περισσότεροι από τους οποίους δεν ξέρει καν, απλά τους έχει μαζέψει εκεί για να φαίνεται ότι γνωρίζεται με πολύ κόσμο, σχολιάζουν. Θεός, θεά. Κούκλος, κούκλα. Μπράβο παιδιά. Άσχετα αν το κούκλος είναι πανούκλος και το κούκλα πανούκλα. Εύλογη σκέψη ότι αυτά που γράφω δεν ταιριάζουν μ’ όσα λέω περί διακρίσεων. Όχι, δεν είναι αυτό. Δεν είναι η διάκριση. Και πάλι είναι η δηθενιά τους. Γιατί για μένα δεν υπάρχει άσπρο, γκρι, μαύρο. Μόνο μαύρο κι άσπρο. Η εξωτερική ομορφιά, ένα δώρο που άλλος χάρισε στον καθένα, είναι μεν υποκειμενική, αλλά δεν μπορείς να γράφεις κούκλα, κούκλος σε κάποιον που του λείπουν τα μισά δόντια ή που έχει βάλει 50 στρώσεις μεικ απ για να βγει ωραία στη φωτογραφία. Είναι αδύνατον να μην βλέπουν την πραγματικότητα. Κάτι λοιπόν θέλουν να πετύχουν κάνοντας κολακευτικά σχόλια. Αχ, αυτοί οι κόλακες! Άλλη επικίνδυνη ράτσα.
Το τι θέλουν να πετύχουν το ξέρουν μόνο οι ίδιοι. Το σίγουρο είναι ότι κάπου αποσκοπούν. Η ανιδιοτέλεια είναι τόσο σπάνια, όσο τα μαύρα διαμάντια.
Αν ο Δημιουργός μου, μ’ έπλασε με στραβή μύτη δεν θα τ’ αλλάξω. Για κάποιο λόγο το έκανε. Κι όποιος μου πει τι ωραία μύτη έχεις, δεν κάνει μπαμ ότι με δουλεύει; Κάτι τέτοιο λέω, κι όποιος κατάλαβε…
Γράφοντας για όλα τούτα, πάλι μου ανακατεύτηκε το στομάχι μου και πάλι συνειδητοποιώ σε τι κόσμο ζω.

Ονειρεύομαι για λίγο, πόσο όμορφα θα ήταν να περπατούσα σε μια αχανή έρημο, ή επάνω σε μια καμήλα, να διψάσω, να πεινάσω, να εκτιμήσω την αξία του νερού και μιας φέτας ψωμιού.
Να κοιτάζω το απέραντο της άμμου και να ψάχνω τη θάλασσα. Κι όχι για λίγο, μα για όσο μου ‘χει γραμμένο ο Θεός να ζω. Λάτρης του νερού, κι όμως θα ‘θελα να ζήσω εκεί σε μια μεγάλη έρημο. Βεδουϊνος της ψυχής μου. Να είμαι εγώ, να μην λογοδοτώ σε κανέναν, να βλέπω το χάραμα και την δύση χωρίς να ξέρω τι ώρα είναι. Να μην τρέχω να προλάβω το εξής ένα: Την εξεύρεση χρημάτων για να ζήσω. Κι εκεί θα ζούσα γιατί όποιος αγαπά τη ζωή, πάντα βρίσκει τρόπους να ζήσει ακόμα και σε μια αχανή έρημο.
Κι αν ήταν να χάσει το σώμα τις δυνάμεις του και να με προδώσει, ας τις έχανε. Τουλάχιστον θα ‘ταν λεύτερη η ψυχή. Θα είχε καεί στην άμμο χωρίς ακριβά παπούτσια και θα ‘χε δροσιστεί επάνω της όταν ερχόταν ο χειμώνας. Το βλέμμα θα ατένιζε μόνο στο απέραντο κι όχι στο πεπερασμένο, στο τώρα, στο τίποτα.
Γίνε λεύτερος, γιατί λίγο δύσκολο να βρεθείς σε έρημο. Κοίτα ψηλά, το χαμηλά είναι το εύκολο.
Κάνε τη δική σου έρημο και περπάτα και σαν κουραστείς μια στάση κάνε και συνέχισε. Όταν διψάσεις ψάξε μόνος σου να βρεις πηγή. Μην περιμένεις να σε καθοδηγήσει κάποιος άλλος. Ο,τι κάνεις κάντο μόνος σου γιατί τότε μόνο αποκτά αξία. Τα εύκολα και τα έτοιμα δεν είναι δικά σου. Τα έκανε κάποιος άλλος κι εσύ τρύπωσες και τα ‘κανες δικά σου. Κι ακόμα και να τα ‘κανε για σένα, γιατί νιώθεις περήφανος; Εσύ πόσο περπάτησες σε μια έρημο; Πόσο κουράστηκες ν’ αποκτήσεις κάτι;
Κι αν κουράστηκες, κι αν το απόκτησες το ευχαριστιέσαι ή θέλεις να φτιάξεις και κάτι άλλο, και κάτι άλλο;
Γίνε βεδουϊνος της δικής σου ψυχής, λευτέρωσε τα πάντα μέσα σου και μην αφήνεις άλλους να σ’ οδηγούν. Καλύτερα αναβάτης σε μια καμήλα γιατί εκεί είναι η ουσία, παρά να οδηγείς ένα σούπερ αυτοκίνητο. Ακόμα κι εκεί η μπαταρία κάποτε θα τελειώσει. Όλα είναι φτιαχτά και μηχανικά. Πάρε το δικό σου σκαλίδι, μικρέ μου, νεοσσέ βεδουϊνε…

Αφιερωμένο στον άνθρωπο που μου κρατά το χέρι σ’ όλες τις δυσκολίες

 

 

 

 

Ελένη Δ. Μπουχαλάκη