Η μεταμόσχευση αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις της ιατρικής του 20ου αιώνα. Έχει καθιερωθεί σήμερα ως μία θεραπευτική πρακτική για την αποκατάσταση των λειτουργιών βασικών οργάνων του σώματος που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαν χαθεί και σε μερικές περιπτώσεις είχαν μερικώς υποκατασταθεί με μία μηχανικού τύπου μέθοδο.

Η μεταμόσχευση είναι η χειρουργική επέμβαση κατά την οποία υγιή όργανα, ιστοί ή κύτταρα μεταφέρονται από έναν εκλιπόντα ή ζωντανό δότη σε έναν χρονίως πάσχοντα ασθενή, με σκοπό την αποκατάσταση της λειτουργίας κάποιου οργάνου του που βρίσκεται σε ανεπάρκεια. Τα όργανα τα οποία συχνά μπορούν να μεταμοσχευτούν είναι οι νεφροί, η καρδιά, το ήπαρ, οι πνεύμονες, το πάγκρεας και τμήμα του λεπτού εντέρου. Ιστοί και κύτταρα που μπορούν να μεταμοσχευτούν, είναι το δέρμα, τα οστά, οι χόνδροι, οι βαλβίδες της καρδιάς ο κερατοειδής χιτώνας του οφθαλμού και αρχέγονα περιφερικά αιμοποιητικά κύτταρα κ.α.

Αξίζει να σημειωθεί ότι από αποθνήσκοντα δότη οι δύο νεφροί μεταμοσχεύονται σε δύο ασθενείς. Το ίδιο συμβαίνει και με τους πνεύμονες, ενώ το ήπαρ μπορεί να χωριστεί και να μεταμοσχευθεί σε δύο διαφορετικούς λήπτες.  Ζώντας δότης είναι ο εν ζωή πολίτης που δίνει ένα όργανο του ή ιστό του προς μεταμόσχευση σε συγγενή του, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία. Η μεταμόσχευση ιστού και οργάνου από ζώντα δότη απαιτεί προσεκτική ψυχοκοινωνική αξιολόγηση.

Δωρητής οργάνων είναι ο ενήλικος πολίτης που δηλώνει εν ζωή ότι μετά τον θάνατό του θ ήθελε να βοηθήσει ασθενείς συνανθρώπους του, προσφέροντάς τα όργανά του προς μεταμόσχευση. Ο δωρητής οργάνων κατέχει την «Κάρτα Δωρητή Οργάνων».  Δότης οργάνων είναι ο εκλιπών από τον οποίο αφαιρείται τουλάχιστον ένα όργανό του προς μεταμόσχευση ή ο εν ζωή πολίτης που δίνει ένα όργανό του ή ιστό του προς μεταμόσχευση σε συγγενή του, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία.  Σύμφωνα με τον νόμο.2737/1999 περί μεταμοσχεύσεων,  μπορεί να δοθεί από ζώντα δότη ένα νεφρό σε συγγενή δευτέρου βαθμού εξ αίματος σε ευθεία ή πλάγια γραμμή και αυτό διότι ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει φυσιολογικά και με ένα μόνο νεφρό . Επίσης, μπορεί να μεταμοσχευθεί μέρος του ήπατος, μέρος του πνεύμονα ή μέρος του λεπτού εντέρου.

Μεταμόσχευση από ζώντα δότη γίνεται πάντοτε στις μεταμοσχεύσεις μυελού των οστών από αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα. Ο περιορισμός στο βαθμό της συγγένειας δεν ισχύει στις μεταμοσχεύσεις μυελού των οστών. Η κατευθυνόμενη δωρεά ιστών και οργάνων μετά το θάνατο του δότη δεν επιτρέπεται να γίνεται προς ορισμένο λήπτη. Υπόδειξη του λήπτη από το δωρητή σώματος ή οργάνων δεν λαμβάνεται υπόψη, αλλά ακολουθείται η καθορισμένη σειρά προτεραιότητας μεταξύ των υποψηφίων ληπτών.

Στη χώρα μας το 1968 και 1969 έγιναν οι πρώτες νεφρικές μεταμοσχεύσεις σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα αντίστοιχα, με σημαντική πρόοδο και θαυμάσια αποτελέσματα σε παγκόσμιο επίπεδο. Ήδη σε αρκετά κράτη χρησιμοποιούνται μοσχεύματα από ζωντανούς μη συγγενείς δότες (ΖΜΣΔ). Υπήρξε έντονη κριτική και αρνητική αντιμετώπιση, ιδιαίτερα σε κράτη της Άπω Ανατολής κυρίως λόγω άλυτων ηθικών προβλημάτων, αυξημένης επιβίωσης των μοσχευμάτων. Στην Αμερική, αντίθετα υπήρξε αύξηση των κέντρων μεταμόσχευσης που δέχονται ΖΜΣΔ από 74 το 1990 σε 176 το 1995 . Ωστόσο, οι ΖΜΣΔ αποτελούν το 4% των δοτών. Η ηθική προσέγγιση της χρησιμοποίησης ΖΜΣΔ διαφέρει από χώρα σε χώρα και αυτό εξαρτάται κατά βάση από την ισχύουσα νομοθεσία, τα ήθη και τα έθιμα και τη νοοτροπία των πολιτών.

Οι πιο πετυχημένες εκβάσεις μεταμοσχεύσεων νεφρού προκύπτουν από δότες εν ζωή. Έτσι, οι υποψήφιοι για μεταμόσχευση νεφρού συχνά ασκούν πίεση σε συγγενείς για να τους δωρίσουν ένα νεφρό. Αυτή η διαδικασία απαιτεί προσεκτική ψυχοκοινωνική αξιολόγηση. Οι δότες και οι λήπτες χρειάζονται δύο ξεχωριστούς αξιολογητές για να ελαχιστοποιούνται οι συγκρούσεις συμφερόντων. Θα πρέπει να εκτιμηθούν τα κίνητρα των δοτών για τη δωρεά, για να βεβαιωθεί ότι αποτελεί δική τους επιλογή. Η πίεση που μπορεί να ασκήσει μια οικογένεια σε ένα δότη μπορεί να είναι σημαντική, ιδιαίτερα αν ο λήπτης είναι παιδί. Ένας δυνητικός δότης βιώνει μεγάλο μέρος της πίεσης, που προέρχεται από μέσα του, και παραμένει ανέκφραστη. Η διατύπωση ερωτήσεων σχετικά με αμφιβολίες και ανησυχίες μπορεί να βοηθήσουν τους ασθενείς και τις οικογένειές τους να μιλήσουν για διάφορα ζητήματα. Πρέπει να εξασφαλιστεί, μέσα από τη συζήτηση , η δυνατότητα τόσο στο δότη όσο και στο λήπτη, να συζητήσουν τα κίνητρα, τις προσδοκίες και τους φόβους τους. Τα μέλη των ομάδων μεταμόσχευσης μπορεί να ανυπομονούν να κάνουν μεταμοσχεύσεις και πρέπει να εξετάζονται και οι δικές τους αξιολογήσεις των κινδύνων των δοτών.

Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις, όπου αλτρουιστές δότες, χωρίς κάποιο λήπτη-στόχο, επιθυμούν να κάνουν τη δωρεά υπέρ του γενικότερου καλού. Θα πρέπει αυτοί οι ασθενείς να εκτιμώνται ως προς οποιαδήποτε ψυχιατρική διαταραχή θα ήταν δυνατό να συντελεί στις επιθυμίες τους. Το πλεονέκτημα ου έχουν οι αλτρουιστές δότες είναι ότι η προθυμία τους να δώσουν ένα νεφρό παράδειγμα, μπορεί να γίνει μια δωρεά στην οποία ένας υποψήφιος που έχει ένα πρόθυμο αλλά μη συμβατό δότη λαμβάνει μόσχευμα σε κάποιον άλλον ασθενή. Επίσης το οικονομικό κέρδος είναι ένας πιθανός παράγοντας που μπορεί να ωθεί κάποιον στη δωρεά. Γι’αυτό πρέπει να καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια να αποκλείεται η πιθανότητα αυτή.

Ψυχοκοινωνική αξιολόγηση 

Η ψυχοκοινωνική αξιολόγηση ( psychosocial evaluation) είναι σημαντικό μέρος της διαδικασίας μέσω της οποίας επιλέγονται οι ασθενείς για μεταμόσχευση. Οι ασθενείς που περιμένουν να υποβληθούν σε μεταμόσχευση οργάνων αντιμετωπίζουν πολλούς παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο να αναπτύξουν σημεία και συμπτώματα ψυχιατρικών νοσημάτων. Το πρώτο και κυριότερο είναι ότι οι ασθενείς παλεύουν με τις αλλαγές, με τις οποίες βρίσκονται αντιμέτωποι, καθώς χειροτερεύει η υγεία τους πριν από τη μεταμόσχευση. Πολλοί ασθενείς περιμένουν για μήνες ή χρόνια μέχρι να βρεθεί μόσχευμα και στο διάστημα αυτό είναι πιθανό να βιώσουν βαθμιαία μείωση της ποιότητας ζωής τους με κύριο παράδειγμα τους υποψήφιους για μεταμόσχευση νεφρού κατά κανόνα που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, μια διεργασία που επηρεάζει την ικανότητα εργασίας τους και την ποιότητα ζωής τους.

Παρότι πολλοί ασθενείς προσαρμόζονται στους περιορισμούς που δημιουργούν οι ασθένειές τους, ο ρόλος του αρρώστου ( sick role) παραμένει μια σημαντική πρόκληση και πηγή στρες για τους περισσότερους. Πέρα από το ότι αντιμετωπίζουν τη συνεχή επιδείνωση της υγείας τους, οι ασθενείς πρέπει επίσης να αντιμετωπίσουν την πιθανότητα να μην κριθούν κατάλληλοι κατά την αξιολόγηση για τη μεταμόσχευση. Η αβεβαιότητα αυτή μπορεί να προκαλέσει τεράστιο άγχος στους ασθενείς και στις οικογένειές τους και μπορεί να αντιμετωπιστεί κατά το χρόνο της αξιολόγησης.

Όλα τα προγράμματα μεταμόσχευσης απαιτούν ψυχοκοινωνική αξιολόγηση πριν εγγραφεί ένας ασθενής στη λίστα αναμονής. Η αξιολόγηση αποσκοπεί να ταυτοποιήσει πιθανούς παράγοντες που αποτελούν φραγμούς για την επιτυχία της μεταμόσχευσης. Μερικοί από αυτούς μπορούν να διορθωθούν είτε με ατομική θεραπεία είτε με κοινωνική ή οικογενειακή παρέμβαση. Άλλοι παράγοντες από τη στιγμή που ταυτοποιούνται, χρησιμεύουν ως δείκτες( markers) κινδύνου για αποτυχημένη έκβαση και επηρεάζουν την απόφαση της επιτροπής να συμπεριλάβει τον ασθενή στη λίστα ως υποψήφιο.

Επειδή η απόφαση να γίνει η μεταμόσχευση σε έναν ασθενή σημαίνει ότι κάποιος άλλος ασθενής δεν θα λάβει ένα όργανο που θα του παρέτεινε τη ζωή, η εγγραφή ενός ασθενούς στη λίστα είναι μια απόφαση που επηρεάζει όχι μόνο τον ασθενή αλλά την κοινωνία γενικότερα. Οι επαγγελματίες από όλους τους κλάδους που αξιολογούν τους ασθενείς- από την ψυχιατρική, την ψυχολογία, την κοινωνική εργασία και τη νοσηλευτική- πρέπει να είναι ενεργά, έμπειρα και ικανά μέλη της κοινότητας των μεταμοσχεύσεων, με αποτέλεσμα να διασφαλίζονται τόσο τα συμφέροντα του ασθενούς όσο και αυτά της κοινωνίας. Το ενεργό ψυχιατρικό νόσημα είναι ένας τροποποιήσιμος παράγοντας κινδύνου για μια κακή έκβαση της μεταμόσχευσης.

Στις χρόνιες παθήσεις, όπως η σχιζοφρένεια, ίσως είναι δυσκολότερο να επιτευχθεί ύφεση, αλλά η προσεκτική αξιολόγηση του ιστορικού κάθε ασθενούς και της συμμόρφωσής τους με τη θεραπεία είναι δυνατό να οδηγήσει σε συνετή επιλογή μερικών τέτοιων ασθενών, που είναι πιθανό να έχουν καλή έκβαση. Η εντατικοποίηση της θεραπείας για ασθενείς με σοβαρά χρόνια ψυχικά νοσήματα συχνά μπορεί να βελτιώσει τη συμμόρφωσή τους και να τους βοηθήσει σε αυτά που απαιτείται να κάνουν, όπως να κόψουν το κάπνισμα( κάτι που είναι δυνατό να καθιστά απαραίτητη την παραμονή στο νοσοκομείο ή εντατικές υπηρεσίες για εξωτερικούς ασθενείς ). Οι διαταραχές προσωπικότητας, όταν είναι σοβαρές, θεωρούνται από πολλά προγράμματα αντένδειξη ( contraindication ) για μεταμόσχευση.

Ένας τομέας ειδικού ενδιαφέροντος στις μεταμοσχεύσεις είναι η κατάχρηση ουσιών (substance abuse). Πολλοί ασθενείς που χρειάζονται μεταμόσχευση ήπατος έχουν ιστορικό κατάχρησης ( misuse) αλκοόλ ή ενδοφλέβιων φαρμακευτικών ουσιών, γεγονός που αποτελεί παράγοντα κινδύνου μετάδοσης ηπατίτιδας C. Τα περισσότερα προγράμματα απαιτούν ελάχιστο διάστημα αποχής (abstinence) έξι μηνών πριν την εγγραφή ενός ασθενούς, αλλά αυτό από μόνο του δεν εξασφαλίζει την αποχή μετά τη μεταμόσχευση. Παράγοντες κινδύνου υποτροπής που έχουν ταυτοποιηθεί είναι η συστηματική κατανάλωση μεγάλης ποσότητας αλκοολούχων ποτών (περισσότερα από 17 ποτά την ημέρα), η κατανάλωση για μεγάλο χρονικό διάστημα ( 25 χρόνια και πάνω) και η αποτυχία πάνω από μία φορά (rehabilitation) .

Το ιστορικό χρήσης παράνομων ναρκωτικών ουσιών ( illicit drug use ) είναι επίσης γνωστός παράγοντας κινδύνου υποτροπής και οι ασθενείς αυτοί πρέπει να θεωρείται ότι διατρέχουν υψηλό κίνδυνο. Τέλος, τα προγράμματα μεταμόσχευσης καρδιάς και πνευμόνων κατά κανόνα προϋποθέτουν οι ασθενείς να απέχουν από το κάπνισμα τουλάχιστον έξι μήνες πριν από τη μεταμόσχευση.

Δύο σημαντικοί τομείς εκτίμησης πριν από μεταμόσχευση είναι η συμμόρφωση με την αγωγή και η κοινωνική υποστήριξη. Η προσεκτική αξιολόγηση των παλαιότερων ιατρικών αρχείων και η εξέταση της συμπεριφοράς του ασθενούς κατά τη διάρκεια των προμεταμοσχευτικών εξετάσεων μπορούν να αποφέρουν σημαντικά στοιχεία που θα βοηθήσουν να εκτιμηθεί αν ο ασθενής θα είναι ικανός να συμμορφωθεί μετά τη μεταμόσχευση. Η κοινωνική υποστήριξη μπορεί επίσης να εκτιμηθεί μέσω της αξιολόγησης της κατάστασης και της πρόσβασής του σε ασφάλιση. Η ικανότητα των ασθενών να συγκατατίθενται στη μεταμόσχευση πρέπει επίσης να εκτιμάται, προτού εγγραφούν στη λίστα των υποψήφιων ληπτών. Οι ασθενείς μπορεί παθητικά να συμμορφώνονται με τη θεραπεία αρνούμενοι να προσέλθουν για εξετάσεις ή μην τηρώντας τα ραντεβού τους ή μπορεί να εκδηλώνουν εκρήξεις θυμού κατά του προσωπικού της ομάδας μεταμόσχευσης χωρίς εμφανή λόγο. Και οι δυο αυτοί τύποι συμπεριφοράς είναι δυνατό να προέρχονται από την κρυφή επιθυμία του ασθενούς να μην υποβληθεί σε μεταμόσχευση και πρέπει να διερευνάται σε συνάντηση πρόσωπο με πρόσωπο με τον ασθενή. Πολλοί ασθενείς που βρίσκονται αντιμέτωποι με μια μεταμόσχευση πάσχουν από νοητική έκπτωση και μπορεί να αντιμετωπίσουν προοδευτικές δυσκολίες στην κατανόηση της διαδικασίας της μεταμόσχευσης.

Για να δώσουν την συγκατάθεσή τους, οι ασθενείς πρέπει να ενημερωθούν για όλα τα πιθανά αποτελέσματα μετά τη μεταμόσχευση, στα οποία περιλαμβάνονται ο θάνατος, τα συνεχιζόμενα προβλήματα υγείας και η πιθανότητα ακόμα και μια επιτυχημένη μεταμόσχευση να μην επιτρέψει την πλήρη επάνοδό τους στον προ της ασθένειας τρόπο ζωής τους. Μόνο όταν γνωρίζουν οι ασθενείς όλα τα πιθανά αποτελέσματα μπορούν να δώσουν συνειδητά τη συγκατάθεσή τους για μεταμόσχευση.

Σε πολλά προγράμματα μεταμόσχευσης νεφρού ανατίθεται σε κοινωνικό λειτουργό το καθήκον να αξιολογεί τους ασθενείς πριν από τη μεταμόσχευση και να παραπέμπει περιστασιακά μόνο ορισμένους σε ψυχίατρο ή ψυχολόγο για περαιτέρω αξιολόγηση. Αντίθετα, πολλά προγράμματα μεταμόσχευσης καρδιάς και πνεύμονα απαιτούν αξιολόγηση κάθε ασθενούς από ψυχίατρο ή ψυχολόγο με διδακτορικό. Κατά κανόνα, η αξιολόγηση αποτελείται από μια πρότυπη σειρά ερωτήσεων διαλογής, με τις οποίες εξετάζονται πολλά από τα θέματα που παρουσιάστηκαν παραπάνω. Όταν ταυτοποιούνται προβλήματα, οι ασθενείς πρέπει να παραπέμπονται σε άλλα μέλη της ομάδας ή να υποβάλλονται σε λεπτομερέστερη αξιολόγηση. Οι ασθενείς συχνά αξιολογούνται στην αρχή μόνοι τους και κατόπιν μαζί με την οικογένειά τους. Η συζήτηση με την οικογένεια χωρίς να είναι παρών ο ασθενής μπορεί επίσης να αποβεί χρήσιμη, εφόσον συμφωνεί ο ασθενής. Τα ιατρικά αρχεία είναι σημαντικά και πρέπει να επιθεωρούνται τακτικά από οργανισμούς πιστοποίησης.

Η ψυχοκοινωνική αξιολόγηση δοτών εν ζωή μπορεί να βοηθήσει τους ασθενείς και τους δότες να λάβουν αποφάσεις βασισμένες σε πληρέστερη πληροφόρηση. Τα μέλη της ομάδας της ψυχοκοινωνικής αξιολόγησης- επαγγελματίες από την ψυχιατρική, την ψυχολογία, την κοινωνική εργασία και τη νοσηλευτική- πρέπει να είναι ενεργά, έμπειρα και ικανά μέλη της κοινότητας των μεταμοσχεύσεων με αποτέλεσμα να διασφαλίζονται τόσο τα συμφέροντα του ασθενούς όσο και αυτά της κοινωνίας. Τα μέλη της ομάδας πρέπει να είναι πρόθυμα να δίνουν στους ασθενείς και στις οικογένειές τους  χρόνο να πάρουν αποφάσεις για τη δωρεά. Η λήψη των αποφάσεων δε θα πρέπει να καθοδηγείται μόνο από τα συναισθήματα. Σε περιπτώσεις όπου παρουσιάζονται αλτρουιστές δότες, απαιτείται προσεκτική εκτίμηση τόσο των κινήτρων όσο και των προσδοκιών έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι η αλτρουιστική απόφαση δωρεάς ενός δότη δεν επηρεάζεται από ψυχιατρικό νόσημα.

Κάθε κέντρο μεταμόσχευσης πρέπει να έχει ένα σταθερό πρόγραμμα παρακολούθησης των δοτών. Τόσο ο δότης όσο και ο ασθενής χρειάζονται εντατική ψυχολογική υποστήριξη από εξειδικευμένους στο αντικείμενο των μεταμοσχεύσεων ψυχολόγων, και την απαραίτητη ψυχοκοινωνική αξιολόγηση, συμβάλλοντας έτσι σημαντικά στην πραγματοποίηση επιτυχών μεταμοσχεύσεων.

Βιβλιογραφία

1)Αναστασιάδου Μαριάννα, «Μεταμόσχευση από ζωντανό δότη», σε : Μ. Καιάφα Γκμπάντι – Χ. Σούρτη- Κ. Φουντεδάκη, Κ. Χατζηκώστα, «Επίκαιρα Ζητήματα Ιατρικού Δικαίου» 2012, σ.81-91.

2)Καιάφα Γκμπάντι Μαρία, «Μεταμοσχεύσεις: Παρόν και μέλλον του νομικού πλαισίου-Αναζητώντας τη χρυσή τομή», σε Μεταμοσχεύσεις , Δημοσιεύματα Ιατρικού Δικαίου και Βιοηθικής, 2008, σ.25-74.

3)Χορταρά Θεοδώρα, «Η δωρεά οργάνων άνευ οικονομικού ανταλλάγματος και το φαινόμενο της εμπορίας οργάνων», σε: Μ. Καιάφα Γκμπάντι-Χ. Σούρτη-Κ. Φουντεδάκη-Κ. Χατζηκώστα, Επίκαιρα Ζητήματα Ιατρικού Δικάιου, 2012, σ.147-162.

4)Μ. Βάντσος –Ε. Νικολούσης «Η Μεταμόσχευση ιστού και οργάνου από ζώντα δότη. Ιατρική και ηθική θεώρηση». 2016, σ.3-53, 147-183.

5) Αδάμη-Βάρκα Αλεξάνδρα- Αδάμη Στέφανου, «Ενημέρωση και συναίνεση του ασθενούς. Η περίπτωση του υποψηφίου δότη και λήπτη ιστών ή οργάνων για μεταμόσχευση». Σε: Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής 25,5 (2008) 577-583.

6) Βασιλείου Μαριάνας – Μαλανδρή Μαρίας, «Μεταμόσχευση και ψυχιατρικά νοσήματα υποψηφίων ληπτών και δοτών», σε: Μ. Καιάφα Γκμπάντι –Χ. Σούρτη-Κ.Φουντεδάκη-κ.Χατζηκώστα (εκδ.), Επίκαιρα Ζητήματα Ιατρικού Δικαίου , Αθήνα 2012,σ.119-126.

7) Brown Robert,»Live Donors in Liver Transplantation», σε: Gastroenterology 134,6(2008)1802-1813.

8) Drukker Alfred , «Payment for organ donation:unacceptable or a possible solution?», σε: Pedriatr Nephrol 18,2(2003) 198-199.

9) Gruessner Rainer, Living Donor Organ Transplantation , New York μ.α. 2008.

10) Kanniyakonil Scaria, Living Organ Donation and Transplantation. A Medical Legal and Moral Theological Appraisal, Kerala 2005.

11) Regan Augustine, «The basic morality of organic transplants between living humans», σε: Studia Moralia 3 (1965)320-361.

12) Ross Lainie Friedmann , «The Ethical Limits in Expanding Living Donor Transplantation» σε: Kennedy Institute of Ethics Journal 16,2(2006) 151-172.

 

 

 

 

Στυλιανίδου Π. Στυλιανή

-Ακτινοθεραπεύτρια Ογκολόγος, MD Επιμελήτρια Α’, Π.Γ.Ν.Θ.ΑΧΕΠΑ.

-Θεολόγος- Θεολογική Σχολή Α.Π.Θ.

– Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια Π.Μ.Σ. Θεολογίας , Α.Π.Θ. ΄΄Θεολογία και Πολιτισμός΄΄.

-Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια Δ.Π.Μ.Σ Ιατρικής Α.Π.Θ., ΄΄ Σύγχρονες Ιατρικές Πράξεις: Δικαική Ρύθμιση και Βιοηθική Διάσταση΄΄.

Υπ.Διδάκτωρ Ιατρικής Α.Π.Θ.