Κι ήταν νύχτα, κι έβρεχε πολύ. Είχα ομπρέλα μα δεν την άνοιξα γιατί ήθελα η βροχή να διαπεράσει το δέρμα, να φτάσει στην ψυχή….
Τα φώτα απ’ τ’ αυτοκίνητα λαμπύριζαν στη βροχή σαν μικρές αστραπές στην άσφαλτο. Όμορφη εικόνα. Συνέχισα να περπατώ κι οι βιαστικοί οδηγοί να τρέχουν όλο και πιο γρήγορα, προφανώς για να πάνε στη ζεστασιά του σπιτιού τους.

Εκείνη τη νύχτα, η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι ήθελα να νιώσει όλο της το μεγαλείο. Εγώ φορούσα μπουφάν κι ας βράχηκε γιατί έτσι ήθελα. Το βλέμμα μια κοιτούσε την άσφαλτο και μια τον βαρύ ουρανό.
Ήξερα πως κάπου πιο κάτω, πιο πέρα, κάπου, κάπου οπουδήποτε κάποιος, κάποιοι, ήταν στη βροχή χωρίς να το θέλουν. Δεν είχαν μπουφάν, ούτε ομπρέλα, ούτε αυτοκίνητο, ούτε σπίτι.
Είναι οι γνωστοί-άγνωστοι του κόσμου. Ενός κόσμου στο «σωτήριο» έτος 2018. Στον πολιτισμό, με τις διαμάχες για τα καζίνο που θα γίνουν, πως.

«Σωτήριο» έτος 2018. Αποφάσισα να βρέχομαι όταν βρέχει, αφού κάτι γι’ αυτούς τους κάποιους δεν έχω τη δύναμη να κάνω…

 

 

 

 

Ελένη Δ. Μπουχαλάκη