Το όνειρο της απόκτησης πτυχίου Ιατρικής, που συνοδευόταν παλαιότερα από κοινωνική καταξίωση και ελπιδοφόρα σταδιοδρομία, τείνει να ξεθωριάσει τα τελευταία χρόνια. Αντίστοιχα και η απόκτηση της Ιατρικής ειδικότητας πλέον όχι μόνον δεν εξασφαλίζει σίγουρη οικονομική και επαγγελματική αποκατάσταση στον ιατρό που καταφέρνει να φτάσει στην απόκτησή της ύστερα από πολυετείς σπουδές, ενίοτε με πολλές στερήσεις, αλλά συχνά αποτελεί την αρχή και όχι το τέλος της προσπάθειάς του να σταθεί στον εργασιακό στίβο.

Η οικονομική κρίση που συνοδεύτηκε από πρωτοφανείς θυσίες για τον ιατρικό κλάδο, τόσο σε οικονομικό όσο και σε θεσμικό και επαγγελματικό επίπεδο, έχει οδηγήσει χιλιάδες συναδέλφους στο εξωτερικό. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με στοιχεία του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών (ΙΣΑ) περισσότεροι από 7.340 ιατροί έχουν εγκαταλείψει την Ελλάδα τα τελευταία έξι χρόνια, με βάση τα πιστοποιητικά που έχουν εκδοθεί μόνο από τον ΙΣΑ. Εξ αυτών, οι 5.406 ιατροί μετανάστευσαν αναζητώντας εργασία από το 2011 και μετά. Επιπροσθέτως, από το 2010 και μετά εκτοξεύτηκε ο αριθμός των ειδικευμένων ιατρών, οι οποίοι βλέποντας κλειστές τις πόρτες του ΕΣΥ λόγω του ελάχιστου, πρακτικά δε σε μόνιμες οργανικές θέσεις μηδενικού, αριθμού προσλήψεων, αλλά και την τρομακτική πίεση στον ιδιωτικό τομέα (με πενιχρές απολαβές), έφυγαν αναζητώντας μια ευκαιρία στο εξωτερικό.

Θα αναρωτηθεί ενδεχομένως κάποιος τι σημασία έχουν όλα τα παραπάνω για το κοινωνικό σύνολο και ποιον αφορούν όλα τα προαναφερθέντα εκτός από τον ιατρικό κόσμο. Η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική. Η μαζική φυγή νέων ιατρών έχει ως αποτέλεσμα, καταρχήν, την μεγάλη συρρίκνωση του αριθμού των ειδικευομένων, οι οποίοι διαδραματίζουν σημαντικότατο ρόλο στο ΕΣΥ. Η έλλειψη ικανού αριθμού ιατρικού προσωπικού δύναται να οδηγήσει σε ιατρικά λάθη, μιας και οι ιατροί συχνά υπερβαίνουν εαυτόν προκειμένου να αντεπεξέλθουν στις ολοένα και αυξανόμενες υποχρεώσεις τους. Εξάλλου, η ιατρική μετανάστευση (ιδίως των ειδικευμένων ιατρών) οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην έλλειψη, μελλοντικά, μιας νέας γενιάς ιατρών στην οποία θα έπρεπε να μεταλαμπαδευτούν οι γνώσεις και οι εμπειρίες των παλαιοτέρων, γεγονός που αντανακλάται άμεσα στο κοινωνικό σύνολο που θα ωφελείτο ουσιωδώς από την ύπαρξη της γενιάς αυτής.

Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, απαιτούνται παρεμβάσεις σε επιστημονικό, οικονομικό και θεσμικό επίπεδο. Χρειάζεται επίσπευση των προσλήψεων στο ΕΣΥ, που διαρκώς αναγγέλλονται, χωρίς να υλοποιούνται. Απαιτείται επίσης, έστω και σταδιακή, αποκατάσταση του ειδικού ιατρικού μισθολογίου, που θα επιφέρει αναπροσαρμογή και της εφημεριακής αποζημίωσης που συνιστά σημαντικό ποσοστό των αποδοχών των ιατρών του ΕΣΥ και ειδικά των ειδικευομένων. Σε θεσμικό επίπεδο, η στοχοποίηση του ιατρικού κλάδου πρέπει με σειρά παρεμβάσεων να εξαλειφθεί. Παράλληλα, πρέπει να βελτιωθούν τα εκπαιδευτικά προγράμματα και να δοθούν κίνητρα για την αρτιότερη κατάρτιση και εξειδίκευση των νέων συναδέλφων.
Επιλογικά, πρέπει να τονιστεί πως το μείζον πρόβλημα της ιατρικής μετανάστευσης, δεν αφορά αποκλειστικά τον ιατρικό κόσμο. Αφορά (ίσως μάλιστα περισσότερο) όλη την κοινωνία. Θα πρέπει άμεσα να ληφθούν πολυεπίπεδες πρωτοβουλίες, προκειμένου η κοινωνία να μην στερηθεί μακροπρόθεσμα τις υπηρεσίες ενός σημαντικού αριθμού ιατρών, που μπορούν και θέλουν να προσφέρουν στους συνανθρώπους τους.

 

 

 

 

Αλέξανδρος Ι. Νομικός
Ιατρός-Παθολογοανατόμος
Δρ. Πανεπιστημίου Αθηνών
Επιμελητής Β’ Ασκληπιείο Βούλας